Τρίτη, Σεπτεμβρίου 19, 2017

Ο Κρίκος, Ο Αδύναμος, Ο Κυπριακός

Χθες το βράδυ στις 19:00 έκατσα να δω την κυπριακή μεταφορά του «Αδύναμου Κρίκου» στο ΡΙΚ1.

Γιατί;

Γιατί ο «Αδύναμος Κρίκος» συμπεριλαμβάνεται στα τηλεπαιχνίδια που αγάπησα, την ωραία εκείνη εποχή που ήμουν φοιτητής και περνούσα τα καλοκαίρια ξέγνοιαστα παρακολουθώντας το εν λόγω τηλεπαιχνίδι κάθε απόγευμα στο Μέγκα από την άπλα της βεράντας μου. Υπήρχαν κι άλλα αγαπημένα τηλεπαιχνίδια τότε, το «ποιος θέλει να γίνει εκατομμυριούχος» για παράδειγμα, που ήταν διακαής μου πόθος να συμμετάσχω μιαν ημέρα, αλλά ο Κρίκος είχε μία σπιρτάδα που σε κέρδιζε απευθείας.

Πάντα αναρωτιόμουν γιατί αυτά τα υπέροχα τηλεπαιχνίδια γνώσεων δεν μεταφέρονται και στην Κύπρο, μα με την πάροδο των χρόνων κατάλαβα το γιατί. Πρώτον επειδή τα τηλεοπτικά δικαιώματα είναι ακριβά και κανένα κυπριακό κανάλι δεν θα τολμούσε να ρίξει χρήμα σε μία τόσο αβέβαιη επένδυση, σε ένα τηλεπαιχνίδι, δηλαδή, που μετά βίας θα βρεθεί κόσμος να συμμετάσχει. Λογικό εν μέρει. Είναι άβολο να ξέρεις ότι θα εκθέσεις στο παγκύπριο τις γενικές σου γνώσεις, ή τέλος πάντων την απουσία αυτών, για να κερδίσεις μερικές εκατοντάδες ευρώ. Για τον μέσο Κύπριο αυτό το ποσό δεν αποτελεί δέλεαρ. Να προσφέρατε 50-100 χιλιάδες, να το συζητήσω. Αλλά για €700-800 κατά μέσο όρο, να βγει ο άλλος στο γυαλί και να χάσκει σαν τον μαθητή του Γυμνασίου που δεν ξέρει να πει μάθημα, δεν!

Τα τηλεπαιχνίδια απαιτούν γνώσεις. Αν δεχτούμε ότι εκ προοιμίου το 80% του κάθε πληθυσμού είναι αμόρφωτο και απαίδευτο, και αν υποθέσουμε ότι από το υπόλοιπο 20% ένα μεγάλο ποσοστό είναι αρκετά αππωμένο ώστε να καταδεχτεί να εμφανιστεί στην τηλεόραση, πόσοι απομένουν; Πέντε, δέκα παράξενοι; Καμιά εικοσαριά νερντς; Πόσα επεισόδια να βγάλεις με τόσο λίγους; Ειδικά στην Κύπρο του μισού εκατομμυρίου; Δεν βγαίνει η σεζόν, μάνα μου. Δεν συμφέρει. Ακόμα και χθες, στο πρώτο επεισόδιο της σειράς, εγώ πέτυχα γνωστούς μου, συνήθεις ύποπτους, οι οποίοι φημίζονται πώς παίρνουν σβάρνα τα τηλεπαιχνίδια με κάθε ευκαιρία.

Το τηλεπαιχνίδι απαιτεί ευστροφία και ατάκα. Την ατάκα μόνον ο καλαμαράς μπορεί να στην παρέχει. Ή κάποιος άλλος. Όχι ο Κύπριος με τη γνωστή έλλειψη ευφράδειας πάντως. Και σίγουρα όχι ο Κύπριος στον πιο αδύναμο κρίκο, που έχει στη διάθεσή του τρία δευτερόλεπτα μόνο για να ξεστομίσει τη σωστή απάντηση. Εκ των τριών δευτερολέπτων τα δυόμιση σπαταλούνται σε πολλά αμήχανα «εεεεε» και σ’ ένα κοφτό «πάσο». Ομολογώ ότι χθες τα πράγματα ήταν ελαφρώς πιο ενθαρρυντικά, οι παίχτες ήταν πιο υποψιασμένοι, "μιλημένοι" προφανώς και αρκούντως ομιλητικοί τηρουμένων πάντα των αναλογιών. Μην φανταστείς πως μας έριξαν κάτω απ’ τα καθίσματα με το λέγειν τους. Απλώς δεν παρέπεμπαν σε τριτοκοσμικά άτομα. -«Γιατί κύριε Γιώργο ψήφισες τον κύριο Κώστα;», -«Επειδή είναι ο πιο αδύναμος κρίκος» (Σοβαρά; Πέθανα!), -«Με τι ασχολείσαι Μαρία;», -«Σπουδάζω γαλλική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου», -«Για πες μας στα γαλλικά «είμαι ο πιο αδύναμος κρίκος;» την πρόετρεψε ο παρουσιαστής. Έμεινε και κοίταζε αποσβολωμένη η άλλη. Ούτε αυτό δεν έμαθε να λέει. Συγχαρητήρια στον Πρύτανη, να επισπεύσει πάραυτα εκείνη την υποβολή υποψηφιότητας, πείτε του.

Στα ελληνικά επεισόδια του τηλεπαιχνιδιού η δηλητηριώδης ατάκα της Έλενας Ακρίτα -που έβγαινε αβίαστα, απροβάριστα, ψαρωτικά και την καθιστούσε συνώνυμη του προγράμματος, ήταν το ατού, το κλου της βραδιάς. Ο λόγος ύπαρξης του προγράμματος. Το έβλεπες για να απολαύσεις μία σατανική διανοούμενη να τρίβει στη μούρη των παικτών την αχρηστία τους. Αλλά και οι παίχτες συνέβαλλαν εξίσου με το ταμπεραμέντο τους στην όλη ατμόσφαιρα. Δεν θα ξεχάσω την ατάκα ενός Έλληνα παίχτη που είχε πει ότι ψήφισε τον κύριο τάδε επειδή «η παρουσία του στην ομάδα είναι τόσο χρήσιμη όσο κι ένα τασάκι πάνω σε ποδήλατο». Ακόμα το θυμάμαι! Εντάξει, κι εκείνος από τα επεισόδια του εξωτερικού το ξεπατίκωσε, αλλά τουλάχιστον άκουγες πράγματα με μιαν άλφα δόση ευφυΐας. Τέτοια χαριτωμένα μην περιμένεις εδώ. Όπως σχολίασε χθες και η πανέξυπνη σύζυγός μου: «το να ειρωνευτείς την αχρηστία των Κυπραίων σε τούντο τηλεπαιχνίδι, είναι σαν να κλέφκεις εκκλησιά.» Τόσο κρίμα.

Αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες και πιστεύω ότι το ΡΙΚ είχε καλές προθέσεις όταν τολμούσε το εγχείρημα. Αλλά δύσκολα θα μας καθηλώσουν. Αν θα ψάξουν να φέρουν παίχτες που είναι πιο φαντεζί και πιο τηλεοπτικοί, η εκπομπή θα καταντήσει λαϊκή πανήγυρις με την Όλγα Ποταμίτου. Ο Ακαθιώτης με τα τσιαττιστά θα λείπουν. Αν φέρουν κάποιους πιο νορμάλ, που έβγαλαν και μισό πανεπιστήμιο δηλαδή, η εκπομπή καταντά απλά βαρετή. Γιατί δεν μπορούμε να τα έχουμε όλα δικά μας. Και νορμάλ, και ευρυμαθείς και ευφραδείς, και με την ατάκα έτοιμη. Πού ζούμε, στο Χόλλιγουντ;

Κάποιος εκ των έσω μου ψιθύρισε ότι τώρα προσανατολίζονται στο να φέρνουν ελλαδίτες παίχτες, φοιτητές απ’ τα κολλέγια της Κύπρου. Πέραν της κατάντιας του πράγματος, δεν είναι και τόσο κακή ιδέα. Ίσως έτσι να σωθεί το πρόγραμμα. Μόνο που τότε δεν θα είναι κυπριακός αδύναμος κρίκος, και η μεταφορά του σε κυπριακό έδαφος καθίσταται περιττή. Αυτό φυσικά δεν είναι τίποτα μπροστά σε άλλα που συνέβησαν κατά καιρούς. Κάποτε μία άλλη πηγή μου είχε αποκαλύψει ότι στο πάλαι ποτέ τηλεπαιχνίδι της Άντρης Καραντώνη (εκείνην την παπάρα που βγαίνανε και τραγουδούσαν), έψαχναν παίκτες με το κερί και σε κάποιους πρότειναν να συμμετάσχουν γνωρίζοντας εκ των προτέρων τις ερωτήσεις και απαντήσεις για να μην γίνουν ρεζίλι. Τηλεόραση από τα Lidl; Yes please.

Για να λέμε και τα θετικά: Ωραιότατο το σκηνικό. Σε έπειθε ότι γυρίζεται σε τηλεοπτικό στούντιο και όχι σε αποθήκη. Η εικόνα και τα γραφικά ήταν υψηλής ποιότητας, να 'ναι καλά οι Εγγλέζοι που τα επιβλέπουν. Αν αγοράζατε στους παίκτες και καμιά γυάλινη πλάκα να γράφουν πάνω τους εξοστρακισμένους παρά να κάθεστε να κόβετε χαρτονάκια όπως τον καιρό της χειροτεχνίας στα παιδικά προγράμματα της Σοφίας Μουαΐμη θα ήταν ακόμα καλύτερα. Οι ερωτήσεις είχαν όντως κάποιο επίπεδο. Ούτε πολύ εύκολες, ούτε πολύ δύσκολες. Μπορούσες να συμμετέχεις σαν τηλεθεατής άνετα απ’ τον καναπέ σου.

Ίσως όλα αυτά να αρκούν για να μας αποδείξουν ότι εδώ, σ’ αυτή τη χώρα, δεν μπορεί να ευδοκιμήσει τίποτε το μεγαλεπίβολο, τίποτε το φιλόδοξο. Θα ήταν ίσως πιο συνετό και πιο ρεαλιστικό αν κάποιος έπαιρνε τα δικαιώματα του Deal στο οποίο δεν χρειάζεται η παρουσία ανθρώπων με ιδιαίτερη προσωπικότητα. Ανοίγεις κουτιά και χορεύεις τσιφτετέλια στα ενδιάμεσα. Ή τα δικαιώματα του Lucky Room, που απλώς πατάς κουμπιά και φωνάζεις «πάτα το ρε μάνα!». Για όλα τα υπόλοιπα ας αναμεταδίδεται αυτούσιο το πρόγραμμα εξ Ελλάδος.


Έκαστος στο είδος του και ο Κυπραίος στους καφέδες.  

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 18, 2017

Το Πρόβλημα Είναι Η Λύση

Όταν τα έφτιαξα με τη Μπρέντα το μακρινό 2010 μία φίλη που ασχολείται με τα ζώδια μου ζήτησε να μάθω τη μέρα και ώρα γεννήσεως της για να τα ανακατέψει με τα δικά μου, να κάνει τα μαγικά της, και να μου πει πόσα απίδια θα πιάσει ο σάκος. Εγώ που τότε ήμουν ψυχολογικά προετοιμασμένος γι άλλο ένα Βατερλό, δεν περίμενα ότι θα μου ανακοίνωνε ενθουσιασμένη λίγο αργότερα μέσω τηλεφώνου πως τα άστρα μίλησαν, πως ο συνδυασμός μας είναι εκρηκτικός, σπάνιος και μοναδικός, και ότι έχουμε πλανήτες σε πολύ γαμάτες θέσεις που προμηνούσαν τρελό μέλλον και πολλά τρελά απίδια, προφανώς.  

Το τρελό και εκρηκτικό μέλλον, λοιπόν, είναι τώρα και το βιώνω κάθε μέρα. Όσο για τα απίδια, να ‘ταν κι άλλα, δεν ξέρουμε που να τα πρώτο-μοιράσουμε.

Η αλήθεια είναι ότι με τη Μπρέντα είτε κουμπώνουμε απόλυτα και αισθάνομαι ότι φτιαχτήκαμε ο ένας για τον άλλον, είτε δεν υπάρχει καν κουμπί να μπει στην τρύπα και μοιάζουμε με ρόμπα που άρχισε να κουμπώνει και στο τέλος έμεινε ξεκούμπωτη. Τα δυο μας είτε συμφωνούμε μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας, είτε μας χωρίζει το χάος. Σε κάποια θέματα υπάρχει πλήρης ταύτιση και σε άλλα δεν υπάρχει καν κοινή βάση συζήτησης.

Καλή ώρα αυτές τις μέρες που προσπαθούμε να ανακαινίσουμε το σπίτι μας και είμαστε για να μας κλαιν οι ρέγγες. Αλλιώς έχω εγώ στο μυαλό μου το ιδανικό σπίτι, αλλιώς η Μπρέντα. Θέλω τομές εγώ, να ρίξω τοίχους, να αλλάξω διαρρύθμιση, να απομακρυνθούμε από τη νοοτροπία του μέχρι σήμερα οίκου, το ακριβώς αντίθετο η Μπρέντα. Θέλει να μείνουν όλα όπως τα ξέρει, απλώς να «ξεσκονιστούν» ολίγον τι και να εκμοντερνιστούν κάποια πράγματα που πάλιωσαν. Εγώ θέλω μακρόστενο τραπέζι, η Μπρέντα θέλει τετράγωνο. Εγώ θέλω ψηλό κρεβάτι, η Μπρέντα θέλει χαμηλό. Εγώ θέλω να κάθομαι να τρώω σε ψηλά σκαμνιά (stools), η Μπρέντα θέλει καρεκλάκια των εφτά νάνων (έχουμε μωρό ακούς και πρέπει να διευκολύνεται - λες και θα μείνει μικρό επ’ άπειρον!)

Τη Μπρέντα δεν την πειράζει να μείνει ο κήπος ως έχει, εγώ θέλω να ξεριζωθούν τα πάντα και να φυτευτούν καινούρια. Εγώ δεν θέλω πισίνα στο παρόν μέγεθος (δεν με χωρεί, δεν την απολαμβάνω, τζάμπα την πληρώνω) η Μπρέντα θεωρεί ότι μια χαρά μας πέφτει η λακκούβα, μπαίνουμε και δροσιζόμαστε, ασχέτως αν δυο φορές τον χρόνο τη χρησιμοποιούμε. Η Μπρέντα θέλει να γεμίσει τα κενά των τοίχων με αποθηκευτικούς χώρους να της βρίσκονται, εγώ ονειρεύομαι εντοιχισμένα ενυδρεία με εξωτικά ψάρια που θα προσδώσουν άλλη αύρα στο σπίτι.

Αντιλαμβάνεσαι ότι τον τελευταίο καιρό οι συζητήσεις μας είναι τόσο παραγωγικές όσο και οι συνομιλίες επίλυσης του Κυπριακού. Ξεκινούμε να συζητούμε με καλή διάθεση, χαμόγελα και χειραψίες και διακόπτουμε λίγο πριν τσακωθούμε γιατί «σιγά μην σκοτωθούμε τώρα για το μέγεθος και το χρώμα του καναπέ» ή «σιγά μην αρπαχτούμε για το αν το τραπέζι θα είναι τετράγωνο ή ορθογώνιο».

Παρόλο που πρυτανεύει η λογική, τα θέματα παραμένουν ανοικτά. Δεν καταλήγουμε, ο χρόνος περνά, το σπίτι παραμένει ερείπιο, σε βαθμό που κάποιες μέρες εύχομαι να πέσει από μόνο του να μας πλακώσει ώστε να αναγκαστούμε να πάρουμε μία απόφαση έστω και της κακιάς ώρας.

Τι μας διδάσκει όλη αυτή η ιστορία; Ότι το πιο πιθανόν είναι να προκύψει ένα σπίτι αχταρμάς με λίγο απ’ όλα ώστε να μείνουν άπαντες ευχαριστημένοι στον βαθμό που γίνεται, και ταυτόχρονα, ένα σπίτι που δεν θ' αρέσει σε κανέναν απόλυτα και θα το χρωστάμε χωρίς να το χαιρόμαστε. Όπως και το Κυπριακό. Θα λυθεί με μία λύση που δεν θα ικανοποιεί κανέναν απόλυτα και θα προκύψει ένα νέο δυσλειτουργικό κράτος το οποίο θα ευχόμαστε να καταρρεύσει και να πάει ο καθένας στην ησυχία της μεριάς του.

Τι κάνει όμως ο Αντίχριστος και η Μπρέντα όταν ακούνε τα τύμπανα του πολέμου να δυναμώνουν; Μα, φυσικά, επενδύουν σ’ αυτά που τους ενώνουν. Κλείνουν εισιτήρια για θέατρο, κλείνουν εισιτήρια για ταξίδια, κλείνουν εισιτήρια για συναυλίες, γενικότερα ποιος τα χέζει τα ντουβάρια, λες και θα τα πάρουμε μαζί μας! Μισή ζωή μας έμεινε κι εκείνη μπαλωμένη. Και το δάνειο της ανακαίνισης ανάθεμα κι αν θα προλάβουμε να το ξοφλήσουμε αν κρίνω από τα χάπια που καταπίνουμε με τις χούφτες κάθε πρωί και οι δύο. Χο-χο-χο!

Κλείσε αγάπη μου να πάμε ένα ταξίδι, όπως τότε που τραγουδούσαμε ερωτευμένοι στους δρόμουςτου Βερολίνου. Κλείσε να πάμε και δεύτερο ταξίδι και τρίτο ταξίδι, να φάμε όλο το δάνειο ανακαίνισης εν πλω. 

Γιατί πολύ απλά, η λύση του προβλήματος είναι η ίδια η ύπαρξή του. 

Τετάρτη, Σεπτεμβρίου 13, 2017

Μόνο Η Άννα

Εχθές το βράδυ στη Σχολή Τυφλών είχαμε το καθιερωμένο ραντεβού με την Άννα Βίσση και την ετήσια της συναυλία (σχεδόν την ίδια την απαράλλαχτη τρία χρόνια τώρα) για το Sophia Foundation.

Εχθές το βράδυ η συναυλία είχε άλλη αίσθηση, την έζησα αλλιώς. Έκατσα στο μαξιλαράκι μου διπλωμένος, σπιλακωμένος ανάμεσα σε Μπρέντα εξ αριστερών και μία κυρία 80 χρονών φίλη της γιαγιάς της (!) εκ δεξιών που βρέθηκε τυχαία εκεί, και ενώ είχα το βλέμμα μου καρφωμένο στη Βίσση, το μυαλό μου έκανε flashback στα όσα βίωσα με τη Βίσση από τα 18 μου όπου την είχα δει πρώτη φορά ζωντανά στις συναυλίες της Pepsi στο αμφιθέατρο Λακατάμειας μέχρι σήμερα. Μπορεί όλα αυτά να νιώθω ότι έγιναν προχθές, κι όμως έγιναν πριν 20 χρόνια σχεδόν.

Μεγάλωσα φίλε μου. Για να μην πω γέρασα. Θυμήθηκα το νεανικό μου πάθος γι αυτή τη γυναίκα. Τι εποχές! Κάποτε έβαζα ξυπνητήρι στις καλοκαιρινές μου διακοπές για να προλάβω να πάω στα γραφεία του ΔΙΑ στην Έγκωμη από τις 8:00, να προλάβω να πάρω εισιτήριο για το κάτω διάζωμα του ΓΣΠ, που ήταν οι καλές οι θέσεις, μην τυχόν και εξαντληθούν και αναγκαστώ να δω τη συναυλία από το πάνω διάζωμα με τους φτωχούς συγγενείς. Κάποτε αγόραζα CD της και τα διαμοίραζα στους ξένους συμφοιτητές μου στην Αγγλία για να «μορφωθούν». Για να προωθήσω τη διεθνή καριέρα (που παίζει να ήταν μεγαλύτερος καημός δικός μου, παρά της ίδιας). Κάποτε πήγαινα στο αεροδρόμιο Λάρνακας να την καλωσορίσω. Δεν της μιλούσα καν. Στεκόμουν σε μια γωνιά στην έξοδο των επιβατών και απλά ήθελα να τη δω να περνά. Πωωω, ντρέπομαι και που στα λέω τώρα.

Αλλά αυτά συνέβαιναν, και ήταν συναρπαστικά, και μου έδιναν τόση μεγάλη χαρά που είναι αστείο να τα σπρώξω σε κάποιο σκοτεινό συρτάρι τώρα που είμαι σχεδόν 37 και να προσποιούμαι ότι δεν συνέβησαν. Στο πανεπιστήμιο έγραφα διεθνές δίκαιο στις 9:00 το πρωί, τελική εξέταση, και ύστερα άυπνος και ταλαιπωρημένος είχα πάρει τρένο για Λονδίνο για να τη δω να τραγουδά στο παλάτι της βασίλισσας. Τα μεσάνυχτα, όταν τελείωσε η συναυλία δεν είχε τρένο επιστροφής, πλήρωσα ταξί να με πάει πίσω στο Ρέντινγκ. Έφτιαξα βαλίτσα επί τόπου και λίγες ώρες μετά ήμουν στο αεροδρόμιο για να γυρίσω Κύπρο.

Τι να πρωτοθυμηθώ. Που ανάγκαζα τους γονείς μου να βιντεογραφούν οτιδήποτε σχετικό υπήρχε γι’ αυτήν στην τηλεόραση και να μου το στέλνουν στην Αγγλία σε VHS; Από βραβεία Ποπ Κορν 2000, και βραβεία Αρίων στη συνέχεια, μέχρι τελετή προσχώρησης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Είχα αγοράσει βίντεο ειδικά για να τη βλέπω και να παίρνω θάρρος να διαβάζω. TV license δεν πλήρωνα πάντως. Υπάρχει κι όριο.

Μια ζωή έζησα μαζί της. Δεκάδες ιστορίες να σου διηγηθώ με κάθε της δίσκο, με κάθε της συναυλία. Ακόμα και η στιγμή του fabulous που με τα χρόνια πέρασε στη σφαίρα της φαντασίωσης (καμιά φορά διερωτώμαι αν είμαι εγώ εκείνος με την περούκα στο βίντεο ντυμένος ως Καρβέλας - με βλέπω και δεν με αναγνωρίζω) μετρά ήδη 7 χρόνια. Προϊστορικό. Δεν ήμουν καν σε σχέση με τη Μπρέντα τότε. Δεν ήμουν καν στη σημερινή εργασία μου.

Αυτά σκεφτόμουν χθες. Και πώς βρέθηκα από εκεί που κολλούσα τα εισιτήρια της συναυλίας της στο ψυγείο του σπιτιού μας με μαγνήτες και τα καμάρωνα κάθε πρωί στα 18 μου, έφτασα σήμερα στα 37 μου να κοιμίζω τον γιο μου νωρίς για να προλάβω να πάω εγκαίρως. Και παράλληλα να βρίζω τους Κυπραίους που άργησαν 45 λεπτά να προσέλθουν στο αμφιθέατρο, με αποτέλεσμα να αργήσει να αρχίσει η συναυλία, τελείωσε πιο νωρίς με τα μισά τραγούδια να προσπερνούνται κι εγώ να αγχώνομαι ότι καταχράζομαι το baby sitting άδικα. Αν διερωτάσαι, στο τσακ κρατήθηκα και δεν κουβάλησα και το βρέφος μαζί μου στον συναυλιακό χώρο.

Μεγαλώσαμε μαζί Άννα Βίσση. Και όμως ακόμα δεν σε προδίδω. Μπορεί να μην είσαι πλέον ψυχοπάθεια, αλλά δεν τολμώ να μην έρθω να σε ακούσω. Θα νιώθω τύψεις μετά. Κι ας μπορώ πια να προβλέψω μέχρι κεραίας τη σειρά των τραγουδιών σου, ξέρω απ’ έξω ακόμα και τα αστεία που λες γιατί κάποια είναι σταθερά, ξέρω τους αυτοσχεδιασμούς σου στις ερμηνείες, πότε ρίχνεις κορώνες, πότε χρησιμοποιείς ψηλές, πότε χαμηλές νότες, καταλαβαίνω πότε βαριέσαι, πότε πωρώνεσαι, πότε ζεσταίνεσαι, πότε σε χαλά το κοινό, πότε θέλεις την ησυχία σου, τα πάντα!

Τέλος πάντων. Αρκετά με αυτά τα συναισθηματικά. Καλά να είμαι και θα έρχομαι να σε ακούω και στα 60 μου!

Χθες βράδυ είχαμε μία τεράστια έκπληξη. Κανένας μας δεν το περίμενε. Όταν είδα ότι η συναυλία τιτλοφορήθηκε «μόνο η αγάπη» λέω, είναι πολύ καλό για να είναι αληθινό. Κι όμως το είπε! Το τραγούδι – διαμάντι, το τραγούδι που είναι μέσα στο τοπ5 μου όλης της της πορείας, που ένας Θεός ξέρει γιατί τόσα χρόνια το αποποιούνταν από τις εμφανίσεις της. Και έτσι ένιωσα πως εψές κλείσαμε έναν κύκλο και φτάσαμε εκεί που αρχίσαμε. Άκου τραγουδάρα. Μόνο συγκίνηση:




Να ζήσεις Άννα Βίσση!


ΥΓ: Και κάτι άσχετο αλλά τώρα μου ήρθε να το γράψω. Όταν βλέπεις αυτή τη γυναίκα να τραγουδά το «κλίμα τροπικό» ή τον «σαδισμό» και νομίζεις ότι θα πάθεις έμφραγμα από την πώρωση ή αισθάνεσαι ότι ξαφνικά μεταφέρθηκες σε ροκ συναυλία του εξωτερικού, και το ίδιο βράδυ στέκεται δίπλα από ένα ακορντεόν και αφιερώνει το «ερωτευμενάκι» στη θεία της που είναι στα τελευταία της και νιώθεις ότι παρακολουθείς σκηνή από ταινία ελληνικού κινηματογράφου και νιώθεις την ψυχή σου κόμπο, όλα αυτά μαζί στην ίδια συναυλία, αντιλαμβάνεσαι γιατί αυτή η γυναίκα είναι απερίγραπτη και άξιζε όλες τις υπερβολές και εξάρσεις που περιέγραψα πιο πάνω. 

Πέμπτη, Σεπτεμβρίου 07, 2017

Με Ρυθμούς Χελώνας

Εγώ φιλόζωος δεν είμαι, ούτε συγκινούμαι επειδή μπορεί να καταστράφηκαν μερικές φωλιές χελώνων στα Τάρταρα που σήμερα ονομάζουμε Πάφο. Δεν θεωρώ ότι έρχεται το τέλος του κόσμου εξ αιτίας του γεγονότος. Πιο πολύ με τρομάζει η καταστροφή που μπορεί να επέλθει από μία παρόρμηση του Κίμ Γιανγκ Ουν προκειμένου να μπει στο μάτι του Τραμπ, πιο πολύ με τρομάζει που κάθε μέρα η Τουρκία αλωνίζει ανενόχλητη στο Αιγαίο, και αν θέλεις να το πάμε οικολογικά, πιο πολύ με τρομάζει που κάθε μέρα ένα παγόβουνο στο μέγεθος της Ελλάδας ξεκολλά και βυθίζεται κάπου στην Ανταρκτική.

Προφανώς και δεν χαίρομαι όταν διαβάζω ότι καταστράφηκαν οι φωλιές των χελωνών, προφανώς δεν χαίρομαι όταν ακούω ότι βασανίζονται ζώα, αλλά ναι, έχω πιο σοβαρά προβλήματα να ασχοληθώ στην κλίμακα των επίκαιρων.

Παρόλα αυτά, όταν ακούω από τον κάθε άνθρωπο των σπηλαίων, κάτοικο της Πόλεως Χρυσοχούς να αναφέρει ανερυθρίαστα στο ραδιόφωνο ότι με τις «διαδηλώσεις τους οι οικολόγοι καταστρέφουν τον ποιοτικό τουρισμό (sic) και ότι είναι πλέον ανεπιθύμητοι στην περιοχή» δεν μπορώ παρά να συνταχθώ με τα συμφέροντα της χελώνας, η οποία μπορεί να φημίζεται για την αργή της κίνηση, μα ουδόλως συγκρίνεται με την αργοστροφία των πιο πάνω χόμο-πάφιτων.

«Ποιοτικός τουρισμός», ήτοι ο γάμος του κάθε Ρώσου μεγιστάνα που θα φέρει την αγκινάρα την Αγκιλέρα να τραγουδήσει! Ιδού πως αντιλαμβάνεται ο κοινοτάρχης της περιοχής τον όρο «ποιοτικός». Και μετά μου λένε «γιατί δεν διακοπάρεις στην Κύπρο να γνωρίσεις την πατρίδα σου και την απαξιώνεις συνέχεια, και μόνο όταν πας στο εξωτερικό θεωρείς ότι πας διακοπές». Για τους προφανείς λόγους, μάνα μου.

Ποιοτικός τουρισμός είναι τα μουσεία, τα θέατρα, οι γκαλερί, τα γήπεδα, οι βιβλιοθήκες, οι αρχαιολογικοί χώροι, τα θεματικά πάρκα, τα ιαματικά λουτρά, οι φαρδιές πλατείες με ιστορία. Τι απ’ όλα αυτά διαθέτει το Νέο Χωριό Πάφου και θεωρεί ότι του καταστρέφουμε τον ποιοτικό τουρισμό; Που εγώ έγινα 35 χρονών για να την επισκεφτώ, και το μόνο μου κίνητρο για να οδηγήσω ως τα κάκκαφα ήταν για να πάμε στο blue lagoon μπας και πετύχουμε καμιά χελώνα να φωτογραφήσουμε! Δεν μου είπε ποτέ κανένας έλα να σε πάρω σε έναν ποιοτικό γάμο στην Πάφο, να διακοπάρεις ποιοτικά.

Ο καθείς και η αντίληψή του, φυσικά. Γιατί όλα είναι υποκειμενικά. Κάποτε μία κοπέλα μου είχε πει ότι ακούει ποιοτική μουσική και όταν της ζήτησα περαιτέρω εξηγήσεις περί ποιότητος, μου δήλωσε χωρίς αιδώ ότι εννοεί τη Νατάσα Θεοδωρίδου. Καλά, και εμένα μ’ αρέσει η Θεοδωρίδου, αλλά δεν της κρεμάς κάδρο δίπλα απ’ τον Μπαχ και τον Μότσαρτ. Οπότε τι να τους πεις; Όλα είναι σχετικά σ’ αυτή τη ζωή κι όσο ζω μαθαίνω και εντυπωσιάζομαι.

Σας δώσανε και την πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης, κατά τα άλλα. Τρομάρα να σας έρθει. Άνετα σας χάριζα στους Τούρκους. Με συνοπτικές διαδικασίες. Και θα τους πλήρωνα και από πάνω για τη χάρη που μου κάνουνε!