Κυριακή, Αυγούστου 06, 2017

Αισιόδοξο, Αυγουστιάτικο, Καλοκαιρινό.

Το καλό με την πατρότητα είναι πως δεν καταλαβαίνεις πώς περνά ο καιρός.

Ούτε που καταλαβαίνω για πότε μπαίνουν οι μήνες, ούτε για πότε βγαίνουν. Ο Ιούλιος, που είναι κατά τη γνώμη μου ο χειρότερος μήνας του χρόνου (μισώ το καλοκαίρι και δη το αποπνιχτικό, το Κυπριακό που δεν σε αφήνει να αναπνεύσεις) πέρασε εν ριπή οφθαλμού. Το ίδιο προβλέπω να συμβαίνει και με τον Αύγουστο, τον δεύτερο χειρότερο μου μήνα του χρόνου. Ήδη παρατηρώ το πώς έχει μικρύνει η μέρα και δεν μπορώ να συγκρατήσω τη χαρά μου.

Τον χρόνο τον αντιλαμβανόμαστε αλλιώς μεγαλώνοντας. Κάποτε για να περάσει μια σχολική χρονιά γεννιόμασταν και πεθαίναμε εκατό φορές. Αλλάζαμε έρωτες, παρέες άλλες τόσες φορές κάθε τρίμηνο. Άλλος ήσουν τον Σεπτέμβρη, άλλος τον Ιούνη. Αυτό μεταβάλλεται ελαφρώς στις σπουδές, αλλά εκεί που πραγματικά χάνεις εντελώς τον μπούσουλα είναι μετά τα τριάντα, όπου κάθε χρονιά ισοδυναμεί με ένα εικοσιτετράωρο.

Το μεγάλωμα του μωρού συμβάλλει στο να μην παίρνεις χαμπάρι για το πότε νύχτωσε και ξημέρωσε. Ο μικρός γεννήθηκε τον περασμένο Νοέμβριο. Το ημερολόγιο λέει πριν 9 μήνες, εγώ νιώθω πως γεννήθηκε χθες. Από τη μέρα που γεννήθηκε υπάρχω για να εξυπηρετώ το πρόγραμμά του, δεν έχω ώρα να στοχαστώ το πέρασμα του χρόνου. Εργάζομαι το πρωί, αλλά τα απογεύματα με ελάχιστες εξαιρέσεις ακολουθούμε τελετουργικό. Τρεις με πέντε κοιμάται, στις πέντε προσπαθούμε να τον ταΐσουμε, αν φάει καλώς, αν δεν φάει καλούμαστε να απορροφήσουμε την γκρίνια του και να τον διασκεδάσουμε μέχρι να φτάσουμε αισίως στο επόμενο γεύμα, δύο ώρες μετά. Στις 8:30 μπαίνει στο μπάνιο, μέχρι να ετοιμαστεί το τελευταίο του γάλα λούζομαι εγώ, ύστερα μπαίνει η Μπρέντα ενόσω εγώ ταΐζω, και περί τις 9:30 έχουμε ξεραθεί αμφότεροι.

Αυτό επαναλαμβάνεται κάθε μέρα. Όπως τη ρουτίνα του στρατού. Φυσικά έχουμε χρόνο για κοινωνική ζωή, αλλά η έγνοια μας για το μωρό πολλές φορές δεν μας επιτρέπει να απολαύσουμε τίποτα. Για σινεμά ούτε λόγος, το θεωρούμε περιττό, τις θεατρικές παραστάσεις εκλεκτικά και με φειδώ, ενώ οι έξοδοι σε εστιατόρια με φίλους γίνονται στο πόδι, τύπου «να τελειώνουμε» να επιστρέψουμε σπίτι μην τυχόν και συμβεί κάτι απρόοπτο. Μην σου πω τώρα περιστατικό, όπου πήγαμε για πίτσα με φίλους και φύγαμε κακήν κακώς πριν το επιδόρπιο γιατί έπεσε σήμα πως το μωρό στο σπίτι έκλαψε. Όλα περιστρέφονται γύρω από το μωρό.

Δεν παραπονιέμαι καθότι έχει κι αυτή η φάση την ευτυχία της. Θεωρώ ότι έγινα πατέρας σε μια ηλικία όπου πρόλαβα να ζήσω αρκετά πράγματα και τώρα δεν με παίρνει να γκρινιάζω επειδή είχα την ευτυχία να γίνω πατέρας. Ταξίδεψα σε ένα σεβαστό αριθμό χωρών (32 αν δεν κάνω λάθος), πρόλαβα να σπουδάσω, να ξανασπουδάσω, πρόλαβα να εγχειριστώ, πρόλαβα να παίξω τα θέατρά μου (13 τον αριθμό), πρόλαβα να χορέψω με την Άννα Βίσση… Δεν έχω κάποιο συγκεκριμένο, χειροπιαστό απωθημένο. Εντάξει, θα ήθελα να έχω χρόνο για άλλα τόσα, αλλά γνωρίζω πως μια ζωή την έχουμε και σ’ αυτήν δεν χωράνε όλα. Δεν σου κρύβω πάντως ότι στη σκέψη πως όλα τα προαναφερθέντα μπαίνουν στην άκρη χάριν του διαδόχου ένα ψυχολογικό τραλαλά το παθαίνω. Έρχονται άλλα, καλύτερα, θα μου πεις. Σαφώς. Αλλά μέχρι να έρθουν θα έχω φτάσει τα 47 και θα αναρωτιέμαι πού πήγαν τα τελευταία δέκα χρόνια. Χώρια που μέχρι τότε προβλέπω να είμαι κουτσός, στραβός και προ πάντων παττισμένος.

Όπου να ‘σαι θα βάλουμε πλώρη και για δεύτερο παιδί. Δεν έχουμε πολυτέλεια χρόνου. Δεν είμαστε είκοσι χρονών πια να καθόμαστε να τον παίζουμε. Τη μια χρονιά να παίζουμε θέατρα την άλλη να γεννοβολάμε. Κι εγώ προσωπικά θέλω τρία παιδιά! Πότε θα προλάβουμε να τα κάνουμε όλα αυτά;


Διάβασα κάπου τις προάλλες σε ένα από αυτά τα ρητά που ανεβάζουν στο ίντερνετ, πως «τα παιδιά σε σπρώχνουν στον τάφο». Το τραγικό είναι πως είμαστε ήδη με το ένα πόδι μέσα.