Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2018

Ξεσκονίζοντας Το Εκλογικό Μου Βιβλιάριο

Για πότε φτάσαμε στις προεδρικές εκλογές του ’18 ούτε που το πήρα χαμπάρι. Η πενταετία του Αναστασιάδη ήταν σαν ένα χαλαρό ντουζάκι συγκριτικά με την κόλαση του Χριστόφια κατά τη διάρκεια της οποίας μετρούσαμε αντίστροφα τα δευτερόλεπτα από την πρώτη μέρα, σαν φαντάροι που λαχταρούσαν την απόλυση. Ομολογώ ότι τα ψυχολογικά τραύματα που μου άφησε η διακυβέρνηση του άχρηστου δεν έχουν επουλωθεί. Και ήταν τόσο βαθειά που ακόμη και οι γκάφες του Αναστασιάδη περνούν στα ψιλά μπροστά του. Σκέψου για πόσα κιλά αχρηστίας μιλούμε. Ακόμη και τώρα που στα γράφω και τα θυμάμαι, μου σηκώνεται η τρίχα.

Ο Αναστασιάδης είχε και καλές στιγμές. Μπορεί να του φόρτωσαν το βάρος του κουρέματος και συμφωνώ ότι φέρει τεράστια ευθύνη γι αυτό, αλλά όταν η χώρα δεν είχε προλάβει να συνέλθει καν από τα αποκαΐδια του προηγούμενου, δεν μπορούμε να έχουμε παράλογες απαιτήσεις. Παρόλα αυτά, έστω και τυπικά μας έβγαλε από το μνημόνιο, το οποίο συμφωνώ ότι τσούζει ακόμα, αλλά τουλάχιστον μας τόνωσε ψυχολογικά, ενώ ταυτόχρονα έκανε δυο τρία στοιχειώδη στην εσωτερική διακυβέρνηση τα οποία μας τα πούλησαν με πολύ σωστό τρόπο.

Για μένα, το μελανότερο σημείο του Αναστασιάδη ήταν ο διαχειρισμός του Κυπριακού. Όχι τόσο του πολιτικού προβλήματος αυτού καθεαυτού (αφού πιστεύω ότι η διχοτόμηση είναι αναπόφευκτη είτε αυτή γίνει ωμά, είτε γίνει πιο συγκαλυμμένα διά μέσου της ΔΔΟ), αλλά του Κυπριακού προβλήματος ως κοινωνικό φαινόμενο. Όλοι αυτοί οι ξέμπαρκοι, ανίδεοι της Unite Cyprus Now που εξέθρεψε η κυβέρνηση και εν μία νυκτί την είδαν ειδήμονες κάνοντάς μας μαθήματα συνταγματικού, διεθνούς δικαίου και πολιτικής αγωγής, ήταν το μεγαλύτερο σκατό που προέκυψε αυτή την πενταετία. Μαθήματα ποιών; Ημών! Που ανεβάσαμε μυωπία 8 βαθμών σπουδάζοντας τα πιο πάνω μαθήματα και που έλιωσε ο κώλος μας για να εντρυφήσουμε. Ήρθαν να μας ρημάξουν όλα όσα μάθαμε, πέντε-δέκα επιτήδειοι με σφυρίχτρες. Ούτε ένα «άτε άσσιχτίρ» εις άπταιστην τουρκική δεν αρκεί για να περιγράψει το κακό που προξένησαν στην ομοψυχία του κυπριακού συνόλου απέναντι στον πραγματικό εχθρό – Την Άγκυρα. Τους κυβέρνησε πέντε χρόνια ο μεγαλύτερος υποστηρικτής της όποιας λύσης, έκανε μια τρύπα στο νερό ακόμα και με αβάσταχτες υποχωρήσεις, και ακόμα και τώρα τους φταίμε εμείς οι πιο "παραδοσιακοί" που δεν θέλουμε να τα ξεπουλήσουμε όλα. 

Αντιλαμβάνεσαι ότι τα ψυχοφάρμακα δεν φτάνουν για όλους στην Κύπρο.

Κατά τα άλλα, έμεινα ευχαριστημένος αυτή την πενταετία με την έννοια ότι δεν έχω και ιδιαίτερες προσδοκίες από το γνωστό κυπριακό συρφετό που αυτό-αποκαλείται «πολιτική σκηνή». Δεν περιμένω θαύματα, αναγνωρίζω ότι ζώντας σ’ αυτόν τον καμένο τόπο θα πρέπει να ανεχθώ ένα άλφα επίπεδο διαφθοράς, ττοππουζοχωρκατοσύνης και κουτοπόνηρης συνωμοσίας αφού μου απαγορεύεται διά νόμου να περπατώ στον δρόμο και να τους πυροβολώ ανάμεσα στα μάτια για να επιβάλω την τάξη.

Τούτων λεχθέντων να σου πω ότι είναι και η πρώτη φορά από τότε που έκλεισα τα 18 που δεν ξέρω ποιον να ψηφίσω στις ερχόμενες εκλογές, γιατί ακόμα και ο Νικόλας που εμφανίζεται ως ο σωτήρας των πιο εθνικοφρόνων ψηφοφόρων εμένα δεν με έπεισε 100%. Θα πάρω τεράστια ψυχική ικανοποίηση αν το ΑΚΕΛ καταποντιστεί και μείνει τρίτο κόμμα, φυσικά, αλλά δεν θεωρώ ότι θα δούμε άσπρη μέρα, όποιος και να εκλεγεί. Γιατί και ο Νικόλας προέρχεται από το ΔΗΚΟ το οποίο ευθύνεται για την εκλογή Χριστόφια επομένως έχει κι αυτός τα βαρίδια του. Μπορεί ο Αναστασιάδης να πίνει, να ξεπουλά, να χάσκει, αλλά υπάρχει και το αγγλικό better the devil you know που δεν ήρθε τυχαίως δεύτερο το 1993!

Μπορεί και γι’ αυτό αυτές οι εκλογές να μας έφτασαν πριν το καταλάβουμε. Επειδή έχουμε χωνέψει ομαδικώς ότι δεν υπάρχει πλέον καμία ελπίδα. 

Πέμπτη, Ιανουαρίου 11, 2018

Βλέπουν Ρατσισμό Παντού

Έχω βαρεθεί όλον τον κόσμο, ειλικρινά σου μιλώ.

Δεν ταιριάζουμε και δεν χρειάζεται να το παλεύουμε άλλο. Βαρέθηκα να περικυκλώνομαι από ατόφια βλακεία και ακραιφνή ηλιθιότητα. Βρείτε μου έναν πύργο με ίντερνετ να πάω να κλειστώ μέσα, να μην κυκλοφορώ, να μην σας βλέπω.

Βομβαρδίζομαι από του κόσμου τη φαιδρότητα πανταχόθεν.

Με ενημέρωσε χθες η Μπρέντα ότι έγινε ένας χαμούλης, επειδή μία διαφημιστική εκστρατεία του H&M απεικόνιζε ένα ξανθό παιδάκι με ένα φούτερ που είχε επάνω μία στάμπα με μία τίγρη και έγραφε «survival expert», ενώ ένα άλλο έγχρωμο παιδάκι φορούσε ένα άλλο φούτερ που έγραφε «coolest monkey in the jungle». Περιττό να περιγράψω τι έγινε. Σεισμός μεγατόνων. Εν πάση περιπτώσει, αποσύρθηκαν και οι δυο διαφημίσεις μετά από το αντιρατσιστικό παραλήρημα κι αποκαταστάθηκε η τάξη.



Είμαι τώρα εγώ για να κάθομαι να ασχολούμαι με αυτές τις μαλακίες;

Ποιος σώφρον άνθρωπος πολεμά τάχα μου τον ρατσισμό με ρατσισμό; Κανένας. Ποιος σας είπε, άθλιοι πρήχτηδες, ότι η τίγρης είναι πιο χρήσιμο ζώο στη ζούγκλα από τον πίθηκο και θεωρείτε υποτιμητικό να φορά το έγχρωμο παιδάκι το αντίστοιχο ρούχο; Ο πίθηκος, αν θέλετε να το υπέρ-αναλύσουμε, είναι πιο έξυπνο ζώο από την τίγρη. Υπήρξε ο προπομπός του ανθρώπου. Άρα, κατά μία έννοια είναι πιο τιμητικό να σε συγκρίνουν με τον πίθηκο (αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει συνάφεια του τι φοράς με το τι είσαι), παρά με ένα αιλουροειδές. Επιπλέον, και τα δύο ζώα είναι τα μάλα χρήσιμα, αλληλοσυμπληρώνουν το ένα το άλλο, όπως και όλοι οι ζωικοί οργανισμοί στην διατροφική αλυσίδα. Άρα, με ποια λογική σας έθιξε το σλόγκαν; Όσο απαραίτητο είναι ένα σκουλήκι, άλλο τόσο είναι και το γεράκι. Όσο απαραίτητος είναι ο πίθηκος, άλλο τόσο είναι η τίγρης. Αν δεν μπορείτε να τα εκτιμήσετε εξίσου, not our problem. Αλλά επειδή εσείς που πολεμάτε τα στερεότυπα είστε προτίστως κολλημένοι και εξαρτώμενοι απ’ αυτά, και επειδή έτυχε όταν ήσασταν μικροί να σας πουν ότι το λιοντάρι είναι ο βασιλιάς, και ο πίθηκος ο βλάκας, πιστέψατε ότι η διαφήμιση είναι προσβλητική. Καμία εγκεφαλική πρόοδος στον τομέα της αντίληψης από τα παιδικά σας χρόνια και μετά.

Ομοίως, είχε γίνει μια συζήτηση τις προάλλες για μία νέα σειρά στο Netflix που θα αφορά στον Τρωικό Πόλεμο. Οι ηθοποιοί που θα ενσαρκώνουν τον Δία και τον Αχιλλέα είναι έγχρωμοι. Ακολούθησε ένας αντίστοιχος, άσκοπος χαμός επειδή κάποιοι τόλμησαν να διαφωνήσουν με την επιλογή των ηθοποιών. Μεγάλη συζήτηση, ομολογουμένως. Όπως και να ‘χει, δεν καταλαβαίνω γιατί μερικοί αρέσκονται να προσδίδουν ρατσιστικά κίνητρα σε όποιον τολμά να διαφωνήσει με το κάστινγκ. Μα, δεν εξετάζουμε νομικά το θέμα, κύριοι. Δεν πιστεύω να υπάρχει λευκός άνθρωπος που να θεωρεί έναν έγχρωμο άνθρωπο κατώτερό του και ανάποδα. Αλλά είναι ελαφρώς κουφό. Όταν γνωρίζουμε από τις περιγραφές του Ομήρου ότι ο Αχιλλέας ήταν ξανθός, και όταν γνωρίζουμε ότι οι Θεοί του Ολύμπου ήταν φτιαγμένοι κατ’ εικόνα και ομοίωση των αρχαίων Ελλήνων που μπορεί μεν να ήταν μελαχρινοί, αλλά σίγουρα δεν ήταν έγχρωμοι, τότε το να επιλέγεις έγχρωμους ηθοποιούς αποδεικνύει ότι το κριτήριό σου είναι η μάζα των τηλεθεατών τους οποίους εύχεσαι να κερδίσεις. Κι αυτό είναι απόλυτα θεμιτό. Απευθύνεσαι στην αμερικανική αγορά, συμφέρει τον παραγωγό οι χιλιάδες έγχρωμοι τηλεθεατές να ταυτιστούν με τον Αχιλλέα και να αυξήσουν τα ποσοστά θεαματικότητας. Ποιος νοιάζεται αν υπάρχει μυθολογική ανακολουθία. Δεν είναι η πρώτη φορά που γίνεται, σιγά το πράμα. Το πολύ-πολύ να μην κάτσω να το παρακολουθήσω. Αλλά αν εγώ αυτό το βρίσκω ολίγον τι παράξενο δεν συνεπάγεται ότι πάσχω από «υποβόσκων ρατσισμό». Δεν στερώ ανθρώπινα, νομικά κατοχυρωμένα δικαιώματα από κάποιον. Δεν υποτιμώ κάποια οντότητα απλώς διαφωνώ με την καλλιτεχνική προσέγγιση.

Στο κάτω-κάτω, εδώ μιλούμε για τέχνη. Το πλέον αόριστο πράμα. Αν θέλεις να παρουσιάσεις τον Δία σαν έγχρωμο άντρα κάντο. Αν θέλεις να τον παρουσιάσεις σαν μία ξανθή γυναίκα ντυμένη  με αντρικά ρούχα, πάλι κάντο. Αν θέλεις να τον παρουσιάσεις σαν Κινέζο με λευκό μύστακα, κάντο. Αν θέλεις να τον παρουσιάσεις σαν ένα τεράστιο, βλοσυρό σκύλο που βολοδέρνει στον Όλυμπο και ό,τι κινείται το γαμεί, κάντο. Ποιητική αδεία! Αλλά να στιγματίζεται ως ρατσιστής όποιος διαφώνησε με τη διανομή, επειδή δεν ταυτίζεται με τη φασιστική κορεκτίλα που πρέπει να επικρατήσει παντού στην πλάση, για να μην θιγεί καμία κοινωνική ομάδα, φανερώνει σκέτη κακογαμησιά.


Όσο κουφό είναι να υποδυθεί τον τελευταίο Ιάπωνα Σαμουράι ο Τομ Κρουζ, όσο κουφό είναι να υποδυθεί τον Νέλσον Μαντέλα ο Μπραντ Πιτ, άλλο τόσο είναι να υποδυθεί τον Αχιλλέα ένας έγχρωμος. Γνώμη μου! Από εκεί και πέρα, ουδείς αμφισβητεί το δικαίωμα του οποιουδήποτε να παίξει το οτιδήποτε. Και ο Ρουβάς δικαιούται να πει το Άξιον Εστί, αλλά πέραν του εαυτού του πόσους άλλους έπεισε; Πόσοι πήγαν να τον δουν στο κέντρο που τραγουδά και του ζήτησαν για παραγγελιά Μίκη Θεοδωράκη; Δεν του απαγορεύουμε να το πει. Ας πει και ψαλμούς του Πάσχα αν γουστάρει. Εμείς δεν γουστάρουμε να τον ακούσουμε. Δεν έχει να κάνει με ρατσισμό. Έχει να κάνει με το κατά πόσον το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα μας γεμίζει το μάτι. Σταματήστε να βλέπετε παντού φαντάσματα για να δικαιολογείτε τα ψυχολογικά σας.

Πέμπτη, Ιανουαρίου 04, 2018

Ρεζολούσιονς

Το 2018 έχω βάλει στόχο να ισορροπήσω ανάμεσα στην παλιά και την καινούρια μου ζωή. Εντάξει, το μωρό μας έβαλε σε μία διαφορετική τροχιά, χάρη της οποίας αποκοπήκαμε προσωρινά από τον παλιό τρόπο ζωής μας και ήταν ωραίο. Τώρα θέλω να μετριάσω την αρρωστημένη προσκόλληση στο μωρό και να επανέλθω όσο μπορώ και στις δικές μου ανάγκες. Τούτων λεχθέντων, μέσα στο 2018 θέλω:

Να ξαναρχίσω κολύμπι – αδιαπραγμάτευτο (ήδη έχω πόνους στη μέση και πρέπει να τη γυμνάσω).

Να πάω τουλάχιστον ένα ταξίδι στο εξωτερικό και να επεκτείνω τον χάρτη της αυτοκρατορίας μου – αδιαπραγμάτευτο (λίγο χρόνο να περάσεις στην Κύπρο συνηθίζεις και γίνεσαι ένα με τα σκατά της).

Να ξαναπαίξω θέατρο με τους φίλους μου – διαπραγματεύσιμο γιατί δεν εξαρτάται μόνο από μένα, πρέπει να συντονιστεί το σύμπαν (μακάρι να εξαρτιόταν, έχω στημένες παραστάσεις μέσα στο μυαλό μου και απλά απομένει να τις παίξουμε).

Να μπορώ να διαθέτω περισσότερο ποιοτικό χρόνο στη γυναίκα μου – διαπραγματεύσιμο, γιατί it takes two to tango, ή «η αγάπη θέλει δύο για να ζεσταθεί».

Μέσα σ’ όλα αυτά, βάλε και το ότι το 2018 είναι έτος ανακαίνισης, έτος ξεσπιτώματος, έτος επιστροφής στο πατρικό και συγκατοίκησης με τη μάνα μου και κατάλαβε πόσα από τα παραπάνω θα καταφέρω να εφαρμόσω. Δεν πειράζει, κάλλιο και τα μισά να γίνουν. Το θέμα είναι να κάνεις λίστες και να ξέρεις τι εκκρεμεί να μπει σε τάξη. Να έχεις σκοπό στη ζωή σου.

Όταν και εφόσον τελειώσουν όλα αυτά τα κλαπατσίμπαλα και πάρουμε μια ανάσα, θέλω να κάνω και μια κόρη. Ιδανικά θα ήθελα τρία παιδιά (δύο γιους και μία κόρη), αλλά δυστυχώς δεν βλέπω να τον πιάνουμε τον στόχο. Τρία παιδιά στις μέρες μας κάνουν μόνο οι εκατομμυριούχοι. Οι υπόλοιποι με το ζόρι να μεγαλώσουμε και να σπουδάσουμε δύο. Ναι, ναι, ξέρω τα μωρά αγάπη θέλουν και δεν πειράζει αν δεν έχουν δεύτερο βρακί να βάλουν, και εν μέρει συμφωνώ. Αλλά όταν συγκρίνω τον τρόπο που μεγάλωσα εγώ και σκέφτομαι ότι εκείνες οι οικονομικά ανθηρές εποχές έχουν περάσει ανεπιστρεπτί και δεν μπορώ να μεγαλώσω τον γιο μου όπως με μεγάλωσαν εμένα, αισθάνομαι άσχημα που με το «έχει ο Θεός  θα πάμε παραπέρα». Εμένα να με φτύσετε αν δούμε άσπρη μέρα.

Το 2018 δεν μου γεμίζει το μάτι σαν νούμερο. Ευκαιρία να το αλλάξω.


Καλή χρονιά!

Τρίτη, Δεκεμβρίου 26, 2017

Τελευταίο Τηλεγράφημα

Δεν σου γράφω γιατί δεν έχω και τίποτε το σπουδαίο να σου πω.

Πέρασαν τα γενέθλιά μου, πέρασαν τα Χριστούγεννα, δεν ένιωσα την ανάγκη να επικοινωνήσω οτιδήποτε. Είμαι ήρεμος και περνώ τις μέρες μου απλά, καθημερινά και υπέροχα. Όπως έπρεπε να είναι δηλαδή, όλη μου η ζωή. Κάθομαι στο σπίτι με τη ρόμπα μου και τη σόμπα μου και βλέπω με τον γιο μου ταινίες του Ντίσνεϊ. Βασικά, ο μικρός αποκοιμιέται στα πρώτα είκοσι λεπτά και τις απολαμβάνω μετά εγώ με την ησυχία μου. Παίζουμε στο πάτωμα της κουζίνας με διάφορα παιχνίδια και προκαλούμε φρικαλέα ακαταστασία. Υπό άλλες συνθήκες θα καράφλιαζα εξ αιτίας του ψυχαναγκασμού μου να είναι όλα εντάξει, αλλά φέτος καρφί δεν μου καίγεται. Έγινα κι εγώ δυο χρονών μωρό αυτές τις μέρες και το τραβώ όσο πάει.

Κατάντησα κουραστικός να επαναλαμβάνομαι, αλλά its all about him, people. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από αυτό το μπαρμπουνάκι. Δεν με νοιάζω. Στα γενέθλιά του χαίρομαι πιο πολύ από ό, τι στα δικά μου. Στα Χριστούγεννα η έγνοια μου ήταν να περάσει εκείνος τέλεια, να τον φιλήσω τόσες φορές ώσπου να διαπεράσω τα μάγουλά του. Αυτά μόνο μετρούν πλέον.  

Το 2017 ήταν όλο έτσι. Δεν έκανα τίποτα για μένα και όμως ήταν σαν να ήταν όλο για μένα. Ούτε ταξίδι στο εξωτερικό έκανα, ούτε θέατρο έπαιξα, από φίλους και γνωστούς χάθηκα. Άλλαζα πάνες, τάιζα και έλουζα, γέρασα και χάλασα - κι άλλο- εμφανισιακά. Αλλά είναι πιο ωραία. Αγχώνομαι που οι πόνοι στη μέση εμφανίστηκαν, που νιώθω να κατεβάζω κήλη, αγχώνομαι γενικώς που παίρνω την κατρακύλα, αγχώνομαι που πλέον θα ζω μέσω του, αλλά έτσι δεν είναι για όλους;

Καλά να περάσετε αυτές τις μέρες.


Τα ξαναλέμε με νεύρα όταν ξαναμπούμε στη ρουτίνα. 
Καλό 2018!

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 14, 2017

Σελιδοδείχτης 2017

Έχω βάλει στόχο να διαβάζω 12 βιβλία τον χρόνο. Ένα κάθε μήνα.

Για άλλους 12 βιβλία μπορεί να είναι λίγα, για μένα είναι πολλά. Δύσκολα συγκεντρώνομαι στο διάβασμα, κι αν ο μύθος δεν «γαμεί», δεν αντέχω να διαβάσω πάνω από 20 σελίδες την ημέρα. Αν πρόκειται, όμως, για «έπος» μπορεί να το διαβάσω όλο σε δυο μέρες. Καταλαβαίνεις, τέτοια φαινόμενα σπάνια συμβαίνουν. Φέτος, λόγω μωρού και αχαλίνωτου baby sitting, έπιασα τον στόχο των 12 βιβλίων, αν και θα μπορούσα να είχα διαβάσει πολύ περισσότερα (παράτησα 2-3 στη μέση γιατί δεν άντεχα).

Ιδού το δωδεκάθεο:


Πόσο μου αρέσει να βλέπω τα χρώματα των εκδόσεων παραταγμένα έτσι, στη βιβλιοθήκη. 

Πριν παρεξηγηθώ, και εκτεθώ ανεπανόρθωτα, να σου δικαιολογήσω την παρουσία του Πάολο Κοέλιο μέσα στη ντουζίνα. Το πήρα δωρεάν από το Public επειδή είχα ξεπεράσει ένα όριο αγορών στην κάρτα μου, εντάξει; Τον Κοέλιο τον σιχαίνομαι (εντάξει έγραψε και δυο καλά), αλλά γενικά θέλω να καεί ζωντανός στην πυρά, και η βιογραφία της Μάτα Χάρι αποτελεί τέλεια αφορμή για κάτι τέτοιο. Νομίζω ήταν το χειρότερο βιβλίο που διάβασα ποτέ, καλύτερα να διάβαζα τις Τηλεώρες. Περισσότερα θα μάθαινα. Αυτά, για να εξηγούμαι.

Καθώς βλέπεις, αποπειράθηκα να διαβάσω και το μυθιστοριακό εγχείρημα της Έλενας Ακρίτα,  την Μπλε Πολυκατοικία, την οποία Ακρίτα όταν καταφέρνω να διαχωρίσω από την αριστερή της ταυτότητα είμαι άξιος να κάθομαι και να τη χαζεύω να μιλά για ώρες. Γοητεύομαι τόσο πολύ από την ευφράδεια και το λέγειν της, μακάρι να είχα 1% από αυτό. Το βιβλίο της δεν είναι κακό για τα ελληνικά δεδομένα. Μια χαρά είναι, αλλά θυμίζει λίγο «βέρα στο δεξί» στο πιο μυστήριο, στο πιο σκοτεινό. Φυσικά, είναι μπολιασμένο με άφθονο Πολυτεχνείο, πασπαλισμένο με αντίσταση στη χούντα και τον φασισμό, και γενικότερα με όλα αυτά τα αριστερά κλισέ του συρμού που εκφράζει κατά κόρον τελευταίως και στα κοινωνικά δίκτυα καθιστώντας εαυτόν από αγαπημένη τηλεοπτική περσόνα σε αντιπαθητική, αριστερή σκέτο.

Το Κορίτσι Με Το Τατουάζ μου πήρε 12 χρόνια να το ανακαλύψω κι αυτό χάρη σε μια φίλη που μου το πρότεινε. Γενικότερα δεν τα πάω καλά με τους Σκανδιναβούς συγγραφείς. Τα σκανδιναβικά ονόματα και τοποθεσίες είναι τόσο δύσκολα και δυσανάγνωστα που ο εγκέφαλός μου αδυνατεί να τα ξεχωρίσει και να καθορίσει ποιος είναι ποιος. Ε, ναι ρε φίλε, δεν γίνεται να λένε τη λεωφόρο «Βασαγκάταν» και εγώ να πρέπει να το καταπιώ χωρίς να ερεθίσω τον λαιμό μου και τα μάτια μου. Μακριά από τους Σκανδιναβούς, λοιπόν. Δυο φορές δοκίμασα να διαβάσω Jo Nesbo και τα παράτησα στα μισά. Με αυτό το ιστορικό, δεν διανοούμουν να δοκιμάσω το Κορίτσι με το Τατουάζ. Κακώς, γιατί είναι ένα από τρία καλύτερα που διάβασα φέτος, αλλά από ό, τι κατάλαβα πρόκειται για βιβλίο αντάξιο του Κώδικα Ντα Βίντσι, απ’ αυτά που έχει διαβάσει όλος ο κόσμος δηλαδή, και εγώ μόλις τώρα το πήρα χαμπάρι - ντροπή. Υπέροχο βιβλίο αδιαμφισβήτητα. Είδα και τη σουηδική ταινία καθώς μου προτείνατε. Θα δω και την αμερικάνικη αργότερα.

Για τον Ταξιδιώτη Δίχως Αποσκευές σου είχα γράψει τις εντυπώσεις μου τον περασμένο Ιανουάριο. Αν ανατρέξεις στο ιστορικό του μπλογκ θα δεις ότι δεν άντεχα να περιμένω τον φετινό Δεκέμβριο για να στο προτείνω. Είχα πάθει εθισμό και πώρωση. Πήγα κι αγόρασα άλλα δυο βιβλία του ιδίου συγγραφέα και διάβασα ήδη το ένα, αλλά δεν λέει και πολλά μπροστά στο πρώτο. Όπως επίσης δεν λέει και πολλά και το καινούριο του Τζον Βέρντον με τίτλο Η Λίμνη Των Λύκων. Είναι το πέμπτο του συγγραφέα και κυμαίνεται στην ίδια λογική με τα υπόλοιπα. Αν διάβασες τα πρώτα δύο, μην ζορίζεσαι, είναι σαν να το διάβασες κι αυτό.

Και τώρα, ήρθε η ώρα να σου προτείνω το αγαπημένο μου βιβλίο για φέτος. Ένα βιβλίο που δεν περίμενα καθόλου να μου αρέσει και τελικά το αποθέωσα. Ένα βιβλίο που βαριόμουν να το αρχίσω και τελικά το διάβασα μέσα σε δυο μέρες. Τη Θεία Τούλα. Μία ισπανική νουβέλα του Μιγκέλ ντε Ουναμούνο. Μα, τι να σου πω τώρα! Η Θεία Τούλα κινείται στο πνεύμα της δικής μας Λωξάντρας ή της Φόνισσας του Παπαδιαμάντη. Μία θεία που είχε φοβία με το σεξ και παρόλο που ήταν ερωτευμένη προτίμησε να προξενέψει τον αγαπητικό της στην αδελφή της παρά να τον παντρευτεί η ίδια. Η αδελφή της πεθαίνει σύντομα μετά την γέννα των παιδιών της και η θεία Τούλα αναγκάζεται να μεγαλώσει τα ανίψια της σαν παιδιά της. Παρόλα αυτά, αρνείται να παντρευτεί τον μεγάλο της έρωτα και κουνιάδο της, ασχέτως αν εκείνος ακόμα την ποθεί κι ασχέτως αν επί της ουσίας έγινε μάνα στα παιδιά του. Το ίδιο πράττει αργότερα και με τα εγγόνια της, και πάει λέγοντας. Δεν είναι καμιά συγκλονιστική ιστορία. Αλλά αν θέλεις να χαρείς λεκτικό πλούτο και να εξερευνήσεις μία καθόλα ιδιόρρυθμη προσωπικότητα που στο τέλος τη νιώθεις συγγενή σου, αυτό είναι το βιβλίο.


Η θεία Τούλα, που κανονικά λέγεται Χερτρούδις ήταν ουσιαστικά μία αυταρχική γυναίκα που αναγκάστηκε να κτίσει αυτό το σιδηρούν προσωπείο για να καλύψει τις φοβίες της, τα πάθη της και τις ανασφάλειές της. Ο αυταρχισμός της όμως, είναι τόσο παιδικός που στο τέλος την αγαπάς γι’ αυτόν. Μου θύμισε σε άπειρα σημεία τη γιαγιά της Μπρέντας από την πλευρά του πατέρα της, την οποία αγαπώ. Μπορεί να μην έχει καμία σχέση με την ιστορία της Χερτρούδις, αλλά σαν τύποι και συμπεριφορά είναι οι ίδιες. Όσο διάβαζα αυτό το βιβλίο ήταν σαν να την άκουγα. Μπορεί εν τέλει γι’ αυτό και να μου άρεσε.

Αυτό το κείμενο συμπίπτει δυστυχώς με την επιδείνωση της υγείας της γιαγιάς της Μπρέντας. Περαστικά της με όλη μου τη ψυχή. Είναι μακράν η πιο αγαπημένη μου προσωπικότητα από το σόι της γυναίκας μου.

Και για να μην τελειώσουμε λυπημένα…


Ένα μπλοκμπάστερ στο κομοδίνο μου. Καλά θα μας μπει το 2018.
  

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 11, 2017

Στη Θεία Πωλίνα Και τον Θείο Μπίγαλη

Η σταθερή και μάταιη προσπάθειά μου να αναβιώσω την ευτυχία της παιδικής μου ηλικίας και εφηβείας εστέφθη και χθες βράδυ με παταγώδη αποτυχία κατευθείαν από την αρπαχτή του Μπίγαλη και της Πωλίνας στη Λευκωσία, στο Down Town Live.

Τους αγαπώ και τους δύο. Η Πωλίνα με μεγάλωσε, ο Μπίγαλης μου έμαθε τα κόλπα.

Δεν περίμενα θαύματα. Ήξερα ότι έχουν περάσει τα χρόνια. Ειδικά ο Μπίγαλης του οποίου η εμφανισιακή αλλαγή είναι σχεδόν… άβολη. Αλλά παρακολουθώντας τη Βίσση η οποία είναι της ίδιας γενιάς και μια χαρά στέκεται, για να μην πω διακατέχεται ακόμα από ενέργεια τριαντάρας, περίμενα ότι η νύχτα θα κυλούσε συμπαθητικά. Κάπως έτσι κύλησε, αλλά υπήρξαν και οι σουρεάλ στιγμές που κοιταζόμασταν με ύφος «τι γυρεύουμε εμείς εδώ μέσα».

Ο Μπίγαλης ομολογώ ότι παρόλο το γήρας ακόμα σώνει. Πηδούσε πάνω κάτω, χόρευε, έκανε αστεία, είχε κέφι. Κάποιες στιγμές έχανε την ανάσα του, αλλά οκ. Τραγουδούσε με συνοδεία υπολογιστή, δεν κατάλαβα αν ήταν playback, πάντως διέκοπτε και μιλούσε με τον κόσμο κατά τη διάρκεια των τραγουδιών οπότε ίσως να είχε απλά φωνητική υποστήριξη στα ρεφραίν. Τον περίμενα χειρότερο γενικά. Στα καλαματιανά, νησιώτικα του στο τέλος απλά μας απογείωσε και κρεμόμασταν από τα μπαλκόνια. Η Πωλίνα από την άλλη ήταν απογοητευτική. Ασταθής φωνητικά, με τόνους και οκτάβες κατεβασμένες, δυσκίνητη και διεκπεραιωτική. Εννοείται ότι συνεχίζει να διαθέτει το μπρίο και το εκτόπισμα που την χαρακτήρισε και εξ αιτίας αυτού την αγαπήσαμε, αλλά γενικά, δεν! Περίμενα πολύ περισσότερα και να φανταστείς δεν την έφαγε η νύχτα, όπως άλλες. Άσε που η επιλογή των τραγουδιών της με ξένισε. Άφησε πίσω «κομμάταρες» όπως την Ανατολίτισσα, Πολύ μιλάς λίγο φιλάς, Κοίτα που θα ξενυχτίσω πάλι, Ωχ, τι καλά, την Πολυθρόνα τη Μπαμπού και το Όλοι τα Παίρνουνε. Τι είπε δηλάδη; Το Μπικίνι και της Σεϋχέλλες; Χαίρω πολύ. Τραγούδησε ζωντανά συνοδεία ενός παρακμιακού αρμονίου που ηχητικά ήταν κάκιστο.

Τους τα συγχωρώ; Φυσικά και τους τα συγχωρώ. Τους ευγνωμονώ αυτούς τους ανθρώπους. Και ήθελα τόσο πολύ να τους ξαναδώ πριν αποσυρθούν ολοκληρωτικά. Αλλά ήταν σαν να πήγαμε στο σπίτι της θείας και του θείου που πιάνουν το μικρόφωνο και τραγουδούν καραόκε σε χριστουγεννιάτικο τραπέζι. Εντάξει, είχε τη γλύκα του.

Εδώ γέρασα εγώ, δεν θα γερνούσαν αυτοί; Σήμερα εγώ νιώθω ερείπιο. Και κουφός. Η ένταση του ήχου στο μαγαζί ήταν τόσο εγκληματικά ψηλή που σήμερα δεν ακούω τίποτα. Για να καταλάβεις μεταξύ μας μέσα στο κέντρο επικοινωνούσαμε με whatsapp. Το βράδυ ξύπνησα από το βουητό μέσα στο κεφάλι μου και αγχώθηκα ότι μπορεί να κουφάθηκα. Το πρωί είχα πει θα κλείσω ραντεβού στον ωτορινολαρυγγολόγο, αλλά τώρα είμαι καλύτερα οπότε γλιτώσαμε το πενηντάευρ0. «Με τέτοια ακούσματα πώς να μην κουφαθείς;» θα μου έλεγε, και θα ‘χε και δίκιο.

Πάρε μια γεύση από τη βραδιά.



Τρία πράγματα ακόμα. Με εντυπωσίασε η αθρόα προσέλευση και η ανάγκη του κόσμου να επιστρέψει στην nineτίλα. Χόρεύαν, τραγουδούσαν και πορώνονταν όλοι τόσο απενεχοποιημένα, ακόμα και ηλικίες 25-30 που ανάθεμα αν πρόλαβαν να εκτιμήσουν την υπεροχή της τότε εποχής. Χάρηκα που δεν είμαι μόνος.

Σε κάποια τραγούδια οι τραγουδιστές έχαναν τα λόγια. Εντάξει, συμβαίνει και στις καλύτερες οικογένειες. Αλλά είχε πλάκα όταν παρατήρησα ότι είχαν μπροστά τους τα λόγια γραμμένα σε χαρτί για ασφάλεια, και ήταν γραμμένα με μαρκαδόρο σε μέγεθος γίγαντα. Έχουμε και πρεσβυωπία, κύριος!

Τέλος, ο Μπίγαλης μου έδωσε μία πληροφορία που δεν γνώριζα. Καθώς τραγουδούσε του «Αιγαίου τα Μπλουζ» είπε με άκρως ειρωνική και σαρκαστική διάθεση ότι το εν λόγω τραγούδι το είχε στείλει στην ΕΡΤ το 1992 για να πάει στη Γιουροβίζιον. Απορρίφθηκε χάριν του «Όλου του κόσμου την Ελπίδα» της Κλεοπάτρας και του Χρήστου Λαγού, το οποίο και ήρθε πέμπτο. Ο Μπίγαλης τόσα χρόνια μετά φαίνεται ότι ακόμα τον πονά η απόρριψη και οι διαδικασίες της ΕΡΤ. Λίγο πολύ τα ίδια έζησε και το 2005 αφού η συμμετοχή του με το  The Light in our Soul για την Παπαρίζου αποκλείστηκε επειδή το τραγούδι είχε δημοσιοποιηθεί έξω από τις προθεσμίες. Εν πάση περιπτώσει και αυτό σε καλό μας είχε βγει αφού εν τέλει κερδίσαμε. Αν κρίνω από το υφάκι του πάντως, ακόμα να τα ξεπεράσει.

Oh well, σήμερα εννοείται περνώ τη μέρα με τα τραγούδια τους. Μα τι ωραίοι που ήταν και οι δύο τότε: 

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 06, 2017

Κοκορομαχίες

Τα περί ακύρωσης της παράστασης Cock του ΘΟΚ στο χωριό Σωτήρα, φαντάζομαι τα άκουσες, κι αν δεν τα άκουσες, να στα πω εν τάχει. Η εν λόγω παράσταση που αφορά στην κρίση που περνά η σχέση ενός γκέι ζευγαριού επειδή ο ένας εκ των δύο αποφάσισε να πάει με γυναίκα και περνά μια φάση σύγχυσης σεξουαλικής ταυτότητας, λογοκρίθηκε από το Δημοτικό Συμβούλιο της Σωτήρας και ματαιώθηκε.

Την έχω παρακολουθήσει την παράσταση, είναι μια ωραιότατη κωμωδία, που δεν περιέχει τίποτα το σοκαριστικό, εκτός κι αν θεωρείς ότι ένα πεταχτό φιλί στο στόμα είναι τόσο μεμπτό που θα χάσεις και τον ύπνο σου, ασχέτως αν καθιστά εσένα προβληματικόν και όχι το έργο. Εν πάση περιπτώσει, εγώ δεν πρόκειται τώρα να κάτσω να υποστηρίξω την παράσταση, ούτε να γίνω ο δικηγόρος της, γιατί θεωρώ μπανάλ και ξεπερασμένα τα θέματα ομοφυλοφιλίας ούτως ή άλλως εν έτει 2017. Όπως έχω ξαναγράψει στο παρελθόν, για μένα σημασία έχει τι προσφέρεις σε μια κοινωνία και όχι πως απολαμβάνεις τον έρωτα και το σεξ τα οποία είναι αυστηρώς προσωπικά θέματα και δεν μας πέφτει λόγος. Οπότε το να θεωρείται η ομοφυλοφιλία big deal είτε θετικά είτε αρνητικά, εγώ μόνο ως ένδειξη βλαχιάς το εκλαμβάνω κι από τις δυο πλευρές. Και το Pride βλαχιά, και η ομοφοβία βλαχιά. Γενικότερα το να προσδιορίζεσαι κοινωνικά βάσει σεξουαλικών ορμών, επιλογών, αναγκών ή όπως θέλεις πες το, είναι βλαχιά. 

Τούτων λεχθέντων, πάρε και κατάλαβε σε τι χώρα γεννήθηκες. Το Δημοτικό Συμβούλιο Σωτήρας αποφάσισε ακύρωση παράστασης. Δεν μπορούσε να πει όμορφα κι ωραία, ότι η παράσταση θα ανεβεί και αν δεν γουστάρετε μην πάτε, καθίστε στα χωράφια σας και μαζέψετε πατάτες. Το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να μην επιτρέψει καν την περιοδεία! Φυσικά, όταν εγώ κάθομαι και λέω ότι όλη η επαρχιακή Κύπρος πρέπει να κατεδαφιστεί και να περάσει από πάνω της οδοστρωτήρας, να την ισοπεδώσει, να την εξαφανίσει ωσάν να μην υπήρξε ποτέ, με λέτε «δυστυχή που γεννήθηκα Κύπριος». Ασχέτως αν κάθε μέρα επιβεβαιώνεται ότι το χωρκαθκιόν είναι γονίδιο και μόνο με τον οδοστρωτήρα θα εξαλειφτεί.



Στο πιο πάνω βίντεο του Σίγμα, ο ίδιος ο κατά τα άλλα συμπαθέστατος πλην ενοχικός Δήμαρχος δηλώνει: «παρά να έχουμε επεισόδια, καλύτερα να μην γίνει η παράσταση». Το να καταστείλει τυχόν επεισόδια η αστυνομία, δεν το συζητούμε σαν ενδεχόμενο, βεβαίως, βεβαίως. Γιατί στα κοτέτσια ο όχλος κάνει κουμάντο. Ποια αστυνομία να ξεσηκωθεί τώρα μες τα κρύα για δύο πούστηδες; Αυτή είναι η χώρα σου και η αντίληψη της περί νομιμότητας και δημοκρατίας. Η χώρα που γέμισε τους δρόμους με κυρτώματα προκειμένου να αποτρέπει τις παραβιάσεις του ορίου ταχύτητας, αφού είναι ανάξια να έχει αστυνομικούς να συλλαμβάνουν τους παραβάτες οδηγούς. Η χώρα που γέμισε την αγορά της λαθραία προϊόντα γιατί είναι ανάξια να έχει αστυνομικούς να ελέγχουν τα οδοφράγματα. Η χώρα που αναβάλλει ποδοσφαιρικούς αγώνες γιατί είναι ανάξια να ελέγξει τους χούλιγκανς. Η χώρα του «καλύτερα να μην γίνει κάτι», παρά «να γίνει και να βάλουμε μπελά στο κεφάλι μας». Η χώρα που ο νόμος είναι η φωνή του χωρκάτη. Η προσωποποίηση της μετριότητας. Από την πλατεία Ελευθερίας μέχρι μία παράσταση του ΘΟΚ.

Πόσο χαίρομαι που σας σιχαίνομαι και καθημερινά μου αποδεικνύετε ότι έχω δίκαιο. 

ΥΓ: Γελώ με την ερώτηση του δημοσιογράφου "αν αύριο γίνει μια άλλη παράσταση με θέμα που δεν εγκρίνετε, θα την απαγορεύσετε κι αυτήν;" και την απάντηση του Δήμαρχου "δεν νομίζουμε να ξανασυμβεί". Μετάφραση: "Εν μας παραιτάτε με τα θέατρα σας, είχαμεν τα τζαι που εχτές; Έναν καφέ εν μας αφήκατε να πιούμεν που το πρωί."

Σάββατο, Δεκεμβρίου 02, 2017

Διάφορα Δεκεμβριανά

Διάφορα ελαφρά θα συζητήσουμε σήμερα.

Από το 2014 που μετακόμισα στην Αγλαντζιά (ή στο Πλατύ όπως προτιμούν να αποκαλούν πολλοί μία από τις πιο άσχημες περιοχές της Λευκωσίας για να παρηγοριούνται), ξέκοψα από την υπέροχη και αγαπημένη μου Έγκωμη. Μπορεί να ακούγεται γελοία η χρήση του ρήματος ‘ξέκοψα’ αλλά για τα κυπριακά μέτρα και σταθμά, όπου χρειάζεται να οδηγήσω 45’ εν ώρα αιχμής για να επισκεφτώ το πατρικό μου, ναι, θεωρώ ότι… ξέκοψα. Τόσο πολύ, που όποτε περάσω τα φώτα του Κύκκου νιώθω περίεργα, σαν να επιστρέφω σε κάτι που πρόδωσα. Τέλος πάντων.

Με την Αγλαντζιά δεν ήμουν εξοικειωμένος. Πριν γνωρίσω τη Μπρέντα σπάνια με έφερνε κατά ‘δω κάποια κοινωνική ανάγκη. Το πολύ να πήγαινα στο ΡΙΚ για κάποια παράσταση στο θεατράκι του. Μέχρι εκεί. Στα καφέ, στα περίπτερα της περιοχής δεν βρίσκω ποτέ γνωστούς. Στους δρόμους όταν πάω περίπατο το καλοκαίρι δεν αναγνωρίζω κανέναν. Στα σούπερμάρκετ επίσης. Δεν ξέρω ποιο είναι το σπίτι του καθενός. Δεν έχω ιστορίες να διηγηθώ από ανέμελα χρόνια του Δημοτικού. Τίποτα. Είναι σαν να άλλαξα χώρα. Ακούγεται αστείο, αλλά ισχύει.

Χθες το απόγευμα που η επίσκεψη στον παιδίατρο μας έφερε οικογενειακώς στις παλιές, εγκωμίτικές μου γειτονιές, αποφασίσαμε να συνδυάσουμε το εμβόλιο του μικρού με επίσκεψη στο άλφαμέγα. Και ήταν σαν να επέστρεψε ο ξεριζωμένος πρόσφυγας στο σπίτι του. Σε κάθε διάδρομο έβρισκα και έναν παλιό συμμαθητή. Κυρίες της γειτονιάς που είχα να δω από το Λύκειο. Παλιές μου καθηγήτριες, μητέρες φίλων μου. Φάτσες συμπαθείς και οικείες. Έβλεπαν τον γιο μου και ενθουσιάζονταν. Αρχίζαμε τα τι κάνεις, πώς πας, τα τι ωραία που ξαναβρεθήκαμε. Ωραίος κόσμος! Μην σου πω τι θωρώ στο Μετρό της Αγλαντζιάς κάθε φορά που παώ να ψωνίσω και με πιάσει σαββατιάτικη κατάθλιψη. Την χαρά του κακομάζαλου. Γέροι, γέροι, γέροι, γέροι, γέροι, πεθαμένοι, άστα να πάνε. Αλλά μην τολμήσουμε και πούμε δημοσίως καμιά κουβέντα. Η Μπρέντα θεωρεί τεράστια τιμή το ότι με έκαμε «Αγλαντζιώτη». Το λέω και βγάζω άφθες.

Μην το παίρνεις αψήφιστα και επιδερμικά. Χθες στο άλφαμέγα πέρασα υπέροχα, ήταν σαν να είχε ριγιούνιον η τάξη του Λυκείου μου, σαν να ήμουν σε πάρτι, δεν ήθελα να τελειώσουν οι αγορές. Ε, μετά τα φορτώσαμε όλα στο καπό και γυρίσαμε στην Αγλαντζιά σαν τους νομάδες της ζούγκλας.

«Κάμνεις σαν να σε φέραμε να ζήσεις στα κάτεργα!» την ακούω να λέει από μέσα της γι’ αυτό ας αλλάξουμε θέμα.

Μιας που μπήκαμε ελαφρώς σε νοσταλγική διάθεση, να σου πω ότι χθες ανακάλυψα αυτό το τραγούδι, με τίτλο «eighties». Κυκλοφόρησε το περασμένο καλοκαίρι καθώς βλέπω, αλλά μπορείς να φανταστείς τη σχέση που μπορεί να έχω εγώ με τους Locomondo, γι’ αυτό και άργησε να περιέλθει στην αντίληψή μου. Το τραγούδι είναι καλύτερο όταν το βλέπεις παρά όταν το ακούς, αλλά μην μου πεις ότι δεν έτρεξαν αβίαστα δάκρυα στο σημείο του ευρωμπάσκετ του ’87! Το άκουσα και χθες, το άκουσα και σήμερα, και είχε και τις δύο φορές την ίδια επίδραση πάνω μου.




Εν τω μεταξύ, μπήκε ο Δεκέμβριος ασχέτως αν έξω είναι σαν Οκτώβριος, και έκλεισα τα βιβλία σαν λογιστής. Τα μουσικά βιβλία βεβαίως, βεβαίως. Διαμορφώθηκε επίσημα το Τοπ25 των τραγουδιών που άκουσα περισσότερο στο αυτοκίνητο τη χρονική περίοδο Νοέμβριος 2016 – 2017, και στ0 παραθέτω πιο κάτω. Το 2017 ήταν μια σκατοχρονιά όσον αφορά τη μουσική, δεν βγήκε κανένα τραγούδι για το οποίο να είμαι περήφανος που το ακούω, αλλά σε χρονιά αναβροχιάς ορίστε και το χαλάζι. Να σου πω ότι γενικά δεν ακούω ράδιο, δεν ξέρω τι είναι στη μόδα, και ό, τι βλέπεις είναι αποτέλεσμα τυχαίας ανακάλυψης ή τυφλής πίστης σε συγκεκριμένους καλλιτέχνες. Εκ των υστέρων παρατηρώ ότι περιλαμβάνονται και τραγούδια που σήμερα σιχαίνομαι, αλλά τι να πεις, οι μετρήσεις και οι δείκτες είναι αντικειμενικοί, οπότε αυτά άκουγα, αυτά σου δείχνω. Κλίκαρε πάνω. 






Αύριο, ή μεθαύριο, θα σας πω και για τα βιβλία που διάβασα φέτος. 

Τρίτη, Νοεμβρίου 28, 2017

Η Χαρά Του Πένθους

Κοίτα να δεις τι συνέβη σήμερα και μου τάραξε τη μέρα,

Με κάλεσαν να συμμετάσχω σε μία εκπομπή του ΡΙΚ, στο Art Café της Μαρίνας Μαλένη συγκεκριμένα, και να μιλήσω για την εμπειρία μου στο ερασιτεχνικό θέατρο. Πήγα σήμερα κανονικά στο ραντεβού, συνάντησα την κοπέλα που θα μου έπαιρνε τη συνέντευξη και μου είπε πάνω κάτω πού θα κυμαινόταν η κουβέντα. Ήρθε κι ένας τεχνικός με καλωδίωσε, στήθηκε ο προβολέας, η κάμερα, και άρχισα να μιλώ.

Πριν προλάβω καν να ολοκληρώσω την πρώτη μου πρόταση ο κάμεραμαν διέκοψε το γύρισμα και έμπηξε μια φωνή, τύπου: «Παναγία μου, βλέπω και ακούω μπροστά μου ένα φίλο μου!» Έμεινα σύξυλος εγώ, μου πήρε λίγη ώρα να καταλάβω τι συμβαίνει οπότε και με ρώτησε: «Είσαι ο γιος του φίλου μου του τάδε;!» Πριν προλάβει να τελειώσει την πρότασή του, θυμήθηκα ότι ο πατέρας μου είχε ένα φίλο κινηματογραφιστή στο ΡΙΚ, ο οποίος μάλιστα μας είχε ξεναγήσει στα ενδότερα του ιδρύματος όταν ήμουν παιδάκι και πάσχιζα να δω πώς γυρίζονται όλα αυτά τα προγράμματα που με καθήλωναν με τις ώρες στην τηλεόραση. «Είναι απίστευτο, μιλάτε με ακριβώς τον ίδιο τρόπο, είναι σαν να τον ακούω!»

Με τα χρόνια ο οικογενειακός μας φίλος άλλαξε, άλλαξα κι εγώ, δεν με θυμόταν, είχε να με δει από μωρό του Δημοτικού, ούτε εγώ ήξερα τι είχε απογίνει. Τρομερή σκηνή, ξαφνικά ήταν σαν να μεταφέρθηκα από το Art Café στο Πάμε Πακέτο. «Τον θυμάμαι τον παπά σου, είχα πάει μια φορά να τον ρωτήσω για την κατάσταση της υγείας του δικού μου, και αντί να με παρηγορήσει μου είπε ευθέως: θα πεθάνει παρ’το απόφαση!»

Όταν καταλάγιασε ο ενθουσιασμός κι από τις δύο πλευρές, άρχισα να μιλώ στην κάμερα, αλλά όλη αυτή η αναγνώριση που παρέπεμπε σε αρχαίο δράμα με συντάραξε και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ ιδιαίτερα στο τι έλεγα. Ήμουν αμήχανος και μιλούσα σαν τον Κυβερνητικό Εκπρόσωπο. Χου κέαρς, όμως. Χάρηκα τόσο πολύ που θυμήθηκα τον παπά μου έτσι στα καλά καθούμενα και στ’ αναπάντεχα, που δεν με ενδιαφέρει αν θα βγω στο γυαλί σαν το ξυλάγγουρο.

Αυτό το πράμα είναι το πένθος, φίλε μου. Που με τα χρόνια μετατρέπεται στη χαρά της ζωής. Από την ώρα του συμβάντος είμαι με ένα αδικαιολόγητο χαμόγελο στα χείλη, περιττό δε να πω, πόσο καμαρώνω για το κυνικό και άκρως καυστικό «θα πεθάνει παρ’ το απόφαση», το οποίο θα μπορούσα να είχα πει εγώ. Συνειδητοποιώ, τώρα, σ’ αυτή την ηλικία την αλυσίδα της ζωής και τους κρίκους της, και κατά κάποιο τρόπο γαληνεύω. 

Όσο ήμουν μικρός, όπου πήγαινα και όπου τύχαινε να βρεθώ με ρωτούσαν αν είμαι ο γιος του τάδε, δηλ. του πατέρα μου. Επειδή η ομοιότητα ήταν τρομακτική. Τρομακτική από κάθε άποψη. Σαν παιδάκι που ήμουν, τσαντιζόμουν απίστευτα και ουδόλως μπορούσα να καταλάβω τι κοινό μπορούσα να έχω εγώ με έναν 45αρη, γκριζομάλλη με φαλάκρα. Τις προάλλες, όμως, που είχα πάει για καφέ με ένα φίλο που είχε να δει τον γιο μου πολλούς μήνες, μόλις τον είδε μου είπε εντελώς αυθόρμητα: «Παναγία μου, είστε οι ίδιοι!» Και φυσικά ψήλωσα άλλους δυο πόντους από χαρά και υπερηφάνεια.

Αυτή η αλυσίδα του DNA που δημιουργήθηκε και την οποία εκτιμάς μόνο όταν βρεθείς στη μέση της, ως ο συνδετικός κρίκος, είναι τα μάλα καταπραϋντική. Για τη ψυχή. Αισθάνεσαι τη συνέχεια, την αιωνιότητα. Τη χαρά της διαχρονικότητας. Σαν να είσαι το Toy Story 2 και χαίρεσαι που σου λένε ότι θυμούνται με νοσταλγία το πρώτο ενώ το Toy Story 3 που ετοιμάζεται θα είναι το ίδιο ενδιαφέρον και προβλέπεται να σπάσει ταμεία.

Καταλαβαίνεις τι θέλω να πω.

Αυτή ήταν η μέρα μου. Ήρθα σπίτι και ξέσπασα ως είθισται μουσικά. 

Δευτέρα, Νοεμβρίου 20, 2017

Ιλαρά, Μαγουλά ή Τέτανο;

Ο κύριος Πολύκαρπος ήθελε να σχολάσει εκτάκτως μισή ώρα νωρίτερα, να πάει το μωρό του για εμβολιασμό. Παρόλη τη σοβαρότητα της περίστασης δίσταζε να ζητήσει άδεια από την προϊσταμένη του γιατί είχε μία εύλογη υποψία πως δεν θα του έβγαινε σε καλό. Κατόπιν τηλεφωνικής συνεννόησης με τη σύζυγό του όμως, και βλέποντας πως κανένας άλλος δεν προτίθετο να πάει το μωρό στον γιατρό, αποφάσισε να ζητήσει την άδεια και γαία πυρί μιχθήτω.

Στις 11:45, η γραμματεύς της διευθύντριας, κυρίας Βάσως, τον κάλεσε να παρουσιαστεί στο γραφείο της. «Ώστε θα πας το μωρό για εμβολιασμό», του είπε χαμηλώνοντας τα γυαλιά της πρεσβυωπίας και κοιτάζοντας τον ενόσω τακτοποιούσε ταυτόχρονα κάποια έγγραφα. «Μάλιστα!» της είπε ορθά κοφτά προσπαθώντας να κρύψει τον κόμπο στο λαιμό του. «Ιλαρά, μαγουλά ή τέτανο;» τον ξαναρώτησε με μια μπάσα φωνή καθώς άρχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισό της.

-          -«Πώς είπατε;»
-         - «Λέω: Ιλαρά, μαγουλά ή τέτανο;»

Η κυρία Βάσω είχε ήδη προτάξει το στήθος της στον κύριο Πολύκαρπο ο οποίος ένιωθε μία σταγόνα ιδρώτα να διασχίζει το καθάριο του κούτελο και να κατευθύνεται προς τη ρίνα του. Το στήθος της ήταν πεσμένο και πλαδαρό. Όσο κι αν το συγκρατούσε ο στηθόδεσμος έδειχνε έτοιμο να ξαμολυθεί σαν χλαπάτσα απ’ τον υπόνομο κι όποιον πάρει ο Χάρος. Επίσης, στο ντεκολτέ της ήταν εμφανέστατη μια σπάνια τριχοφυΐα που παρέπεμπε στην άγρια βλάστηση της Σαβάνας. Θέλοντας να κερδίσει χρόνο, ο κύριος Πολύκαρπος άρχισε να τα μασά: «Ναι, βασικά ο παιδίατρος μας είπε ότι το εμβόλιο του τετάνου το έχουμε ήδη κάμει. Τώρα, λογικά, θα ‘χει σειρά η Ιλαρά…»

-         - «…γι’ αυτό και μου είσαι τόσο ίλαρος απ’ το πρωί!»
-          -«Μπαρδόν;»

Η κυρία Βάσω σηκώθηκε όρθια.

-          -«Άσ'τα μπαρδόν και πλησίασε.»

Η Κυρία Βάσω με μία αργή, βασανιστική κίνηση γύρισε το κλειδί στην πόρτα. Τράβηξε τον κύριο Πολύκαρπο απ’ τη γραβάτα και τον έφερε κοντά της σε απόσταση αναπνοής. Γαρδούμπα. Αυτή η μυρωδιά αναδυόταν από τα μισόκλειστα χείλη της. Ο κύριος Πολύκαρπος άλλαξε χίλια χρώματα. Η κυρία Βάσω απολάμβανε την αμηχανία του. Της προκαλούσε περαιτέρω ηδονή. Ένα γελάκι σχηματίστηκε στο πρόσωπό της απόρροια της σαδιστικής μέθεξης που ανάβλυζε στην ατμόσφαιρα. «Κυρία Βάσω…» ψέλλισε ο μεσόκοπος βιοπαλαιστής. Εκείνη τον διέκοψε φέρνοντας τον δείκτη του αριστερού χεριού της στα χείλη του. «Θέλεις να σχολάσεις στις δυόμιση;» τον ρώτησε γλυκά. «Θα το ήθελα…»

Ο κύριος Πολύκαρπος δεν κατάλαβε για πότε βρέθηκε στα γόνατα. Η κυρία Βάσω τον είχε αρπάξει από τα ψαρά του μαλλιά και τον πίεζε με δύναμη στο αιδοίο της. «Γλείψεεεε, γλείψε σκύλεεεε!» φώναζε, ενόσω απολάμβανε την αιδοιολειξία του υπαλλήλου της. Η ξινίλα και ο ιδρώτας που αναδύονταν από ‘κει κάτω έφεραν τάση εμετού στον κύριο Πολύκαρπο που ένιωθε ανήμπορος να κουνηθεί ή ν’ αντιδράσει. Η κυρία Βάσω, στο μεταξύ, ζούσε την απόλυτη νιρβάνα. Τον πίεζε τόσο σκληρά μέσα της που του κοβόταν η ανάσα. Ύστερα, με μία λαβή που παρέπεμπε σε γιαπωνέζικη πολεμική τέχνη έδεσε τη γραβάτα του γύρω από τον καρπό της και τον έγειρε με φόρα πάνω στο γραφείο της. Χύθηκε ο καφές πάνω σε κάτι αιτήματα, στο κινητό της και πιτσίλισε ελαφρά τα μούτρα του κ. Πολύκαρπου. Η κυρία Βάσω έχωσε με ταχυδακτυλουργική μαεστρία το χέρι της στο ανοιχτό του φερμουάρ, άρπαξε το υπογάστριό του και το έπαιζε. «Αρέσκει σου; Τσόγλανε! Θωρώ το! Νιώθω το!»

Ο κύριος Πολύκαρπος με μια αγκωνιά που βρήκε κατευθείαν στόχο την κυρία Βάσω στο κάτω σαγόνι κατάφερε να απεγκλωβιστεί. Έτρεξε στην πόρτα και την ξεκλείδωσε. Πού να τολμήσει να βγει όμως; Ήξερε πως απ’ έξω καθόταν η γραμματέας της. Και τι μπορεί να σκεφτόταν αν τον έβλεπε σ’ αυτή την κατάσταση; Η μικρή χρονοκαθυστέρηση του κόστισε ακριβά. Η κυρία Βάσω τον άρπαξε απ’ το σβέρκο και με όλες τις δυνάμεις του σκότους να εκρήγνυνται στο βλέμμα της του ψιθύρισε: «βαλ’ μου το εμβόλιο!»

-«Ιλαρά, μαγουλά ή τέτανο;» της είπε σπαράζοντας.

Η κυρία Βάσω τον έριξε με δύναμη στον καναπέ. Ο κύριος Πολύκαρπος χτύπησε το κεφάλι του στη γωνία και αιμορραγούσε. Η προϊσταμένη του, εις μάτην προσπαθούσε να βρει μια στύση να καβαλήσει. Όταν συνειδητοποίησε τη ματαιότητα του εγχειρήματος μία μπανάνα απ’ τη φρουτιέρα στο τραπέζι εμπρός της έκανε τη δουλειά. Κολλώντας του τις χούφτες του στα γυμνά βυζιά της, ανεβοκατέβαινε επάνω στην μπανάνα που του έμπηξε τσουρούτικα μέσα στο φερμουάρ του. Η μπανάνα πολτοποιήθηκε. Έγινε πουρές. Λερώθηκε το παντελόνι του και ό,τι ερχόταν σ’ επαφή μαζί του. «Ιλαρααααααα!» έσκουζε λάγνα η κυρία Βάσω. «Μαγουλάαααααα» τσίριζε ενόσω τριβόταν επάνω του σαν φίδι. Λίγο πριν έρθει σε οργασμό, η κυρία Βάσω έβγαλε από μέσα της ό, τι απέμεινε απ’ τη μπανάνα, το μάσησε και του το έφτυσε στα μούτρα: «Τέτανοοοο!»

Ο κύριος Πολύκαρπος με αίμα, δάκρυα και μπανάνες να στάζουν απ’ τα μούτρα του παρέμενε μισολιπόθυμος στον καναπέ της διευθύντριας του. Η κυρία Βάσω κατευθύνθηκε στην προσωπική της τουαλέτα. Έριξε λίγο νερό στη μούρη της, έχωσε τα βυζιά της μέσα στο σουτιέν της, διόρθωσε το μακιγιάζ της και χτένισε το γιαγιαδίστικο μαλλί της. Βγαίνοντας κατευθύνθηκε στο γραφείο της, σκούπισε με ένα στεγνό μαντίλι τους λεκέδες του καφέ από τα έγγραφα της και κάλεσε στο τηλέφωνο τη Στάλω, την γραμματέα της.

-          -«Ναι κυρία Βάσω» ακούστηκε η φωνή από την άλλη άκρη της γραμμής.


-         - «Ο κύριος Πολύκαρπος θα σχολάσει η ώρα δυόμιση σήμερα» είπε. 

Παρασκευή, Νοεμβρίου 17, 2017

Επιτελεία

Ας μου εξηγήσει κάποιο κομματόσκυλο, απ’ αυτά που με διαβάζουν, προς τι η χρησιμότητα του επιτελείου. Γιατί χρειάζεται ένα επιτελείο; Δεν εννοώ το ανθρώπινο δυναμικό ενός υποψηφίου. Εννοώ τον χώρο. Γιατί κάθε φορά που έχει εκλογές βλέπουμε διάφορους κεντρικούς χώρους που ήταν ξενοίκιαστοι να μετατρέπονται σε ‘επιτελεία’ στα οποία ουσιαστικά δεν συμβαίνει ποτέ τίποτα, παρά μόνο κάθονται κάποιοι ξέμπαρκοι χασομέρηδες και βλέπουν τηλεόραση;

Θα μου πεις, χρειάζεται ένας χώρος όπου ο πολίτης να αποτείνεται προκειμένου να ενημερωθεί για το πρόγραμμα του εκάστοτε υποψηφίου. Κατ’ αρχάς, σιγά τα προγράμματα, κατά δεύτερον, είναι ανάγκη να νοικιάζονται τόσο μεγάλοι χώροι γι αυτά τα πράγματα; Βρες το πρόγραμμα του υποψηφίου που σε ενδιαφέρει στο διαδίκτυο. Αν διαφέρει δηλαδή από αυτό που σου πρόταξε την προηγούμενη πενταετία.

Στο επιτελείο σερβίρεται καφές; Παρέχεται κλιματισμός; Δωρεάν wifi; Γιατί αν αυτά αποτελούν υπηρεσίες, ουσιαστικά ανοίξατε καφενέ. Τι ώρες λειτουργούν τα επιτελεία; Έχουν ωράριο, 9:00 με 18:00, ας πούμε; Μπορείς να βρεις εκεί τον υποψήφιο και να συζητήσεις μαζί του; Είναι, φερ’ ειπείν κάτι σαν το σπίτι του Μίκυ στη Ντίσνεϊλαντ; Πας εκεί, στέκεσαι στην ουρά και φωτογραφίζεσαι μαζί του και τον ρωτάς τη γνώμη του για κάποιο θέμα; Σου απαντά αμέσως ή συσκέπτεται πρώτα; Για τον Μίκυ Μάους έχει καλώς, το καταλαβαίνω. Ποιος άνθρωπος θέλει να φωτογραφηθεί με υποψήφιο των προεδρικών εκλογών της Κύπρου;

Αν έπρεπε να έχουν κάποιο ενδιαφέρον τα επιτελεία, θα έπρεπε να είχαν στηθεί σαν μουσεία, σαν γκαλερί. Ας πούμε, να μπορείς να δεις εκθέματα από τη ζωή του υποψηφίου. Το πρώτο nintendo του Νικόλα, τη συλλογή από ουίσκι του Αναστασιάδη, τον κόκκινο καναπέ του Μαλά, φωτογραφίες από το ταξίδι του μέλιτος του Λιλίκα και της Βαρβάρας στις Μαλδίβες. Να έχει κάποιο ενδιαφέρον, ρε παιδί μου. Να ξέρεις το πόθεν έσχες του, την ποπ κουλτούρα του.

Αν είχαν κάποιο στοιχειώδες χιούμορ θα μπορούσαν να πουλούν και κουλουράκια σε σχήμα «θα». Ή μαγνήτες ψυγείου σε σχήμα «θα». ‘Η φανέλες που θ’ αναγράφουν «θα». Ή φλιτζάνια τσαγιού που όταν πίνεις το ρόφημα θα εμφανίζεται σαν κατακάθι το «θα». Σε πειράζει το «θα;» Γάμα το. Σκέψου τι ωραία που θα ήταν να πωλούνται φανελάκια με τη μουτσούνα του εκάστοτε υποψηφίου σαν πίνακας του Γουόρχωλ. Τύπου Μέριλιν Μονρό σε διάφορα χρώματα. Ή φωτογραφικά λευκώματα από τα παιδικά του χρόνια. Να δικαιολογείται και η ενοικίαση του χώρου. Να γίνουν πραγματικά souvenir shops. Πραγματικά μου είναι αδύνατον να συλλάβω το concept λειτουργίας του επιτελείου, ως χώρου όπου ουσιαστικά δεν συμβαίνει τίποτε μέσα. Υπάρχουν βέβαια κάτι κομματόφατσες που τα επανδρώνουν που και που, ευχόμενοι να εξαργυρώσουν την αφοσίωσή τους με κάποιο διορισμό στο μέλλον, αλλά δεν αρκούν για να σε παρακινήσουν να τα επισκεφτείς.


Επιτελεία, βάλτε μια τελεία.