Παρασκευή, Ιουνίου 23, 2017

DNA

Η παράνοια της κυπριακής κοινωνίας και δη μιας μερίδας της που έχει λυσσάξει να καταλυθεί η Κυπριακή Δημοκρατία με συνοπτικές μπας και τους χαρίσει πίσω ο Τούρκος εισβολέας μισό οικοπεδάκι με γαϊδουράγκαθα θέριεψε και πάλιν το τελευταίο εικοσιτετράωρο. Αφορμή μία μελέτη του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής που ανακάλυψε ότι οι Τουρκοκύπριοι και οι Ελληνοκύπριοι μοιράζονται πανομοιότυπο DNA ή κάτι τέτοιο (δεν εντρύφησα στην ουσία των ευρημάτων μιας και δεν είμαι βιολόγος, αλλά ούτε μου λέει κάτι το θέμα). Τα θερμά μας συγχαρητήρια στο Ινστιτούτο Νευρολογίας, ευχή μας μια μέρα να ανακαλύψει και την τασιηνόπιττα.

Στην ουσία το Ινστιτούτο Νευρολογίας μας είπε ότι πάνω κάτω έχουμε το ίδιο αίμα με έναν αδελφό μας που υιοθετήθηκε από άλλη οικογένεια. Πράγμα ήδη ευρέως γνωστόν αφού η πλειοψηφία των Τουρκοκυπρίων ήταν Έλληνες που εξισλαμίστηκαν και το ξέρουνε και οι πέτρες. Προς τι οι πανηγυρισμοί; Δεν μας είπατε τίποτε καινούριο. Τζάμπα τα απογεύματα στο εργαστήριο. 

Το σχιζοφρενικόν του πράγματος όμως είναι οι αντιδράσεις της πιο πάνω μερίδας πληθυσμού. Αυτοί που χρόνια τώρα σκίζονται να μας πείσουν ότι δεν υφίσταται ελληνικό DNA και οι οποίοι ειρωνεύονται μετά βδελυγμίας όταν κάποιοι –εξίσου γραφικοί- ισχυρίζονται ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του Περικλή και της Ασπασίας, χρησιμοποιούν τώρα τα ευρήματα του ινστιτούτου ως ατράνταχτα τεκμήρια ύπαρξης κυπριακού DNA ή τέλος πάντων κάτι παραπλήσιου που μας ενώνει και μας καθιστά ομοιογενές μίγμα. «Ορίστε, μοιάζουν τα DNA μας, δεν μας χωρίζει τίποτα, μας ενώνει η επιστήμη, το αύριο μας ανήκει, ας ελευθερώσουμε δυο περιστεράκια ευκαιρίας δοθείσης, unite Cyprus now, welcome friends to Cyprus» κι άλλα παρόμοια γελοία που διαβάζω από χθες.

Λες και τα τουρκικά στρατεύματα δεν φεύγουν επειδή τόσα χρόνια δεν είχαμε λύσει το θέμα του DNA. Tώρα που ξεκαθαρίσαμε τίνος είναι βρε γυναίκα το παιδί, θα πάρει τα άρματά της και θα πάει στο καλό. Πέρα απ' την πλάκα, πραγματικά εντυπωσιάζομαι από την επιστράτευση κάθε μορφής σαχλαμάρας για να περάσει η μία μερίδα της κυπριακής κοινωνίας την όποια λύση στην άλλη. Λες και το Κυπριακό εξαρτάται από τα θέλω μας. Τα όποια θέλω μας. Ή λες και θα έχει ποτέ σημασία η γνώμη μας. Δεν είναι άλλοι που τα καθορίζουν. Οι υποστηριχτές του Νικόλα και του Λιλλήκα βάζουν φρένο στα όνειρά σας!

Ας επανέλθουμε, όμως, στο θέμα του DNA που είναι και το πιο αστείο. Άντε και αποδείχτηκε ότι έχουμε το ίδιο DNA. Ότι τι; Και με την αδελφή μου έχω το ίδιο DNA και ώρες ώρες μας χωρίζει η άβυσσος. Ξέρετε πόσοι εκπλήσσονται όταν μαθαίνουν ότι είμαστε αδέλφια; Είναι λεπτό το ζήτημα βεβαίως και όχι της παρούσης. Αλλά συμβαίνει. Πόσες οικογένειες γνωρίζετε που μοιράζονται το ίδιο DNA αλλά δεν μπορούν να επικοινωνήσουν, να μοιραστούν  την ίδια κουλτούρα, την ίδια αισθητική, την ίδια οπτική στα ζωτικά ζητήματα της συνύπαρξης; Και το ανάποδο. Πόσα σύνολα ξέρετε που δεν έχουν τίποτα κοινό κι όμως συνεργάζονται κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς και πλαίσιο και συνυπάρχουν ειρηνικά; Σου είχα πει το παράδειγμα στην εστία του πανεπιστημίου όπου μοιραζόμασταν την ίδια κουζίνα οι εφτά φυλές του Ισραήλ και ουδέποτε είχαμε προβλήματα ακριβώς γιατί ίσχυαν οι ίδιοι κανόνες για όλους. Ελάχιστοι το κατάλαβαν. Δεν εκπλήσσομαι.

Ώσπου τα «αδέλφια μας» αντιλαμβάνονται διαφορετικά, για να μην πω λανθασμένα, απλές δημοκρατικές έννοιες, προωθούν ρατσιστικές λύσεις στη βάση δύο κοινοτήτων και λαών, λύση δεν θα υπάρξει. Δεν πα να έχουν το DNA της μάνας μου της ίδιας. Χέστηκα. Τα πράγματα είναι πάρα πολύ απλά και ο μόνος λόγος που τα περιπλέκουμε είναι για να έχουμε εσωτερική κατανάλωση και ψυχοθεραπεία. Όταν θα μου δείξετε μοντέλο σύγχρονου κράτους που λειτουργεί με εκ περιτροπής προεδρία, σταθμισμένη ψήφο, και με ζάρια στη δικαστική εξουσία να ξαναμιλήσουμε. Μην μιλήσω για τέσσερις ελευθερίες στους εγκληματίες - έποικους τώρα. Που αντί να τους παστώσουμε σε ένα αμπάρι και να τους ξαποστείλουμε ομαδικώς θα τους δώσουμε και ευρωπαϊκή υπηκοότητα από πάνω.

Τα περί κοινού DNA τ’ ακούω βερεσέ. Σήμερα διάβαζα μία είδηση ότι ένας πατέρας βίαζε την κόρη του και την εξωθούσε και στην πορνεία. Kαταδικάστηκε σε ισόβια. Τον σταμάτησε το κοινό DNA που μοιράζεται με την κόρη του από το να είναι κτήνος; Όχι. Οπότε μην ξανακούσω αηδίες περί ερευνών και λοιπών αηδιών. Όταν θα μοιραστούμε την ίδια παιδεία, την ίδια πολιτική αγωγή, το ξανανοίγουμε το ζήτημα. 

Μέχρι τότε κάντε μας τη χάρη γιατί έρχονται και ζέστες. 

Κυριακή, Ιουνίου 18, 2017

Η Μέρα Του Ανόητου Και Του Αυτονόητου

Το να είσαι πατέρας ή μάνα δεν είναι και κανένα κατόρθωμα για να το γιορτάζετε.

Πραγματικά απορώ κάθε χρόνο με τον ζήλο που επιδεικνύετε προκειμένου να μας καταστήσετε σαφές ότι η μάνα σας και ο πατέρας σας ήταν άψογοι γονείς όσο εσείς μεγαλώνατε και ως εκ τούτου τους χρωστάτε το σύμπαν και έναν διθύραμβο στο Facebook γαρνιρισμένο με την ανάλογη ρετρό φωτογραφία βεβαίως, βεβαίως.

Αντιλαμβάνομαι ότι πολλοί πατεράδες και πολλές μανάδες αποδεικνύονται κατώτεροι των περιστάσεων. Δεν είναι λίγοι οι κακοί γονείς, ειδικά στις μέρες μας που τα μισά παιδιά μεγαλώνουν με την οικιακή βοηθό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο πήχης κατεβαίνει αυτομάτως και ότι αξίζει να πάρει το όσκαρ ο μπαμπάς σου ή η μαμά σου επειδή έκαναν το αυτονόητο. Σε μεγάλωσαν καλά.

Αυτό ήταν εξαρχής το καθήκον τους και η αποστολή τους. Δεν μπορείς να επιβραβεύεσαι επειδή έπραξες το αυτονόητο. Δεν μπορεί ο φαντάρος να απαιτεί εύφημον μνεία επειδή έπραξε το καθήκον του και δεν αποκοιμήθηκε στη σκοπιά. Δεν μπορεί ο υπάλληλος να απαιτεί μισθολογική αύξηση επειδή ήταν εξυπηρετικός ως προς τους πελάτες του καταστήματος. Δεν μπορεί ο πυροσβέστης να ζητά μετάλλιο επειδή έσβησε τη φωτιά. Για να σβήνει φωτιές τον προσλάβαμε, όχι για να μας κόβει βεντούζες. Ούτε ο μαθητής μπορεί να απαιτεί ψηλότερο βαθμό από όσον αξίζει απλά επειδή… «δεν μιλά εν ώραν μαθήματος». Αυτό έλειπε!

Αν από την άλλη ο υπάλληλος επιδείξει υπερβάλλον ζήλο, εργάζεται σαββατοκύριακα αδιαλείπτως και έχει αυξήσει την παραγωγικότητά του πέρα από το αναμενόμενο, τότε ναι, να πάρει μία αντίστοιχη αύξηση. Ομοίως, αν ο φαντάρος καταφέρει να συλλάβει Τούρκους κατάσκοπους που απειλούν την ακεραιότητα της πατρίδας ή ο μαθητής καταφέρει με την επιμέλειά του να φτάσει τη γνώση του σε πανεπιστημιακά, πρωτόγνωρα επίπεδα εξυπακούεται ότι θα ανταμειφθεί. Η υπέρβαση εαυτού ναι, αναγνωρίζεται.

Ζούμε, όμως, σε εποχές που τα αυτονόητα δεν είναι αυτονόητα και πρέπει συνεχώς να επισημαίνονται. Ζούμε σε εποχές που όλοι βραβεύονται με του ψύλλου το πήδημα. Ζούμε σε εποχές που όλοι αξίζουν πέντε λεπτά δημοσιότητας και δημοσίου «σιουμαλίσματος». Ε, όχι, διαφωνώ, δεν αξίζουν όλοι τη δημόσια ευχαριστία. Και ειδικά αυτοί που απλά έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν. Ναι, υπάρχουν πολλοί γονείς- τέρατα εκεί έξω αλλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να στηθεί ανδριάντας στους υπόλοιπους επειδή απλώς δεν υπήρξαν μαλάκες.

Θυμήθηκα τώρα που είχαμε στο Λύκειο μια καθηγήτρια που το είχε πάρει απόφαση ότι δεν διαβάζαμε ποτέ το μάθημά της. Μιαν καλήν ημέρα ήρθε στην τάξη και μας είπε: «Έχω βάσιμες πληροφορίες ότι αύριο θα μας επισκεφτεί ο επιθεωρητής του Υπουργείου. Ξέρω ότι δεν διαβάζετε ποτέ αλλά κάντε μου μια χάρη και ανοίχτε κάνα βιβλίο ειδικά αύριο για να κάνουμε εντύπωση και εγώ σας υπόσχομαι ότι θα σας κεράσω σπιτικά μπουρέκια μετά». Τη λυπηθήκαμε την κακομοίρα, κάτσαμε όλοι και διαβάσαμε, όταν ήρθε ο επιθεωρητής η καθηγήτρια είχε 30 χέρια σηκωμένα στον αέρα να ζητούν να μιλήσουν και εκείνη κόρδωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι για την τάξη μας. Και εννοείται στο διάλειμμα δεν προλαβαίναμε να καθαρίζουμε το στόμα μας από την ζάχαρη άχνη. Κατάντια;

Ε, κάτι τέτοιοι έχουν καταστρέψει τον κόσμο και σήμερα εγώ πρέπει να θωρώ πατεράδες να δεσπόζουν στο timeline μου, απλά και μόνον επειδή ήταν σωστοί. Στο κάτω, κάτω αν τόσο καίγεστε να τους συγχαρείτε, πείτε τους το ευχαριστώ στον προσωπικό σας χρόνο. Δεν είναι ανάγκη να το μάθει όλο το Facebook. 

Δευτέρα, Ιουνίου 12, 2017

Το Βάπτισμα Του Πυρός

Εχθές το πρωί, κάπου στον Πρωταρά, βάφτισα το γιούδιν μου σε στενό οικογενειακό κύκλο*.

Ευκαιρίας δοθείσης, σήμερα θα ξεδιπλώσω τις σκέψεις μου σχετικά με δύο πολύ καυτά ερωτήματα που μου τίθενται από καιρού εις καιρόν σχετικά με το θέμα της βάπτισης. Πρώτον, «γιατί δεν αφήνεις τον γιο σου να επιλέξει ο ίδιος τη θρησκεία του;» και δεύτερον, «γιατί να πρέπει το παιδί να περάσει αυτό το μαρτύριο της κολυμπήθρας, τσίτσιδο, μπροστά σε τόσο κόσμο για να γίνει, τάχα μου, Χριστιανός;».

Εύλογα τα ερωτήματά σας, τα έχω συζητήσει πολλάκις τελευταίως με διάφορους καλοθελητές. Ήρθε η ώρα να πάρετε την απάντησή σας.

Το παιδί μου βαφτίζεται Χριστιανός γιατί Χριστιανοί είναι και οι γονείς του. Φυσικά, εγώ είμαι ο τύπος του Χριστιανού που δεν του καίγεται καρφί, δεν πάει ποτέ εκκλησία και τα θεωρεί όλα αυτά αναγκαία κακά δεδομένης της ισλαμικής απειλής ως μέτρα αντίστασης και πολιτικού αντίβαρου. Η μητέρα του άξιου τέκνου μου, από την άλλη, ισχυρίζεται ότι είναι ουσιαστική Χριστιανή και δεν έχω κανέναν λόγο να την αμφισβητήσω, ασχέτως αν έχω συγκεκριμένη άποψη ως προς το τι ορίζεται ως ουσιαστική άσκηση θρησκευτικών καθηκόντων. Τούτων λεχθέντων, το μωρό μας δεν θα μπορούσε παρά να ασπαστεί τη Χριστιανοσύνη.

«Και που είναι η ελεύθερη βούληση;» «Γιατί καταδικάζεις το παιδί σου στη Χριστιανοσύνη ενώ θα μπορούσε να επιλέξει μια άλλη θρησκεία;» Θα σου απαντήσω αμέσως: Το παιδί μου θα είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος κι όταν μεγαλώσει μπορεί να αποποιηθεί τη Χριστιανοσύνη και να επιλέξει μια άλλη θρησκεία. Αυτό όμως είναι απίθανο πρακτικά να συμβεί. Όχι μόνο για το παιδί μου, αλλά και για τον οποιονδήποτε άνθρωπο. Είναι απίθανο γιατί υπάρχουν 4.200 αναγνωρισμένες θρησκείες στον κόσμο μας, και είναι ανθρωπίνως αδύνατον να τις μελετήσεις όλες ενδελεχώς και να καταλήξεις ώριμα στο ποια σου κάθεται καλύτερα. Και θέλω να πιστεύω ότι ο γιος μου στα 20 του χρόνια, όταν θα είναι σε θέση να εντρυφήσει στις θρησκείες όλου του κόσμου θα έχει καλύτερα πράγματα να κάνει (παρτούζες, όργια, γκόμενες) από το να μελετά εναλλακτικές προτάσεις έναντι της Χριστιανοσύνης.

Έστω όμως ότι αποφασίζει να γίνει Βουδιστής, γιατί έτσι. Πώς και πού ακριβώς θα προσεύχεται, που το μόνο κοντινό σε παγόδα στη Λευκωσία είναι το ομώνυμο εστιατόριο; Πού θα βρει Βούδα να προσκυνήσει; Θα του φέρει η γιαγιά του έναν πορσελάνινο από την Ταϊλάνδη να τον βάλει στο σαλόνι να αρχίσει τις μετάνοιες; Πείτε μου πού θα βρει εκκλησία της σαϊεντολογίας αν μια μέρα του αναδόξει πως θέλει να γίνει ο νέος Τομ Κρουζ;

Αντιλαμβάνεστε ότι όλες αυτές οι νουθεσίες που ακούμε συνήθως από τους προοδευτικούς άθεους σχετικά, είναι σκέτη αντίδραση σε έναν κόσμο που τους γύρισε την πλάτη όταν είδε ότι από κάπου μπάζουν.

Δεν είναι δυνατόν να πιστεύει ακόμα κόσμος ότι ένας άνθρωπος μπορεί να επιλέξει τη θρησκεία του. Η θρησκεία είναι σαν την ποδοσφαιρική ομάδα. Η ομάδα σού δίνεται με το που γεννιέσαι. Είναι κομμάτι του DNA σου. Αυτήν αρχίζεις να αγαπάς, να υποστηρίζεις, να συμπονάς. Δεν γίνεται να ξυπνήσεις μιαν ημέραν και να πεις εγώ έχω δικαίωμα να αλλάξω ομάδα. Ναι, μπορείς να το κάνεις, αλλά δεν μπορείς. Πώς να στο εξηγήσω. Είναι σαν να αποφασίζεις στα 40 σου να αλλάξεις επίθετο. Too late. Αν σε λένε Πελοπίδα Τσιμπούκη το κακό έγινε, η ρετσινιά έμεινε, deal with it.

Μπορεί να σε πονά που σου επέβαλαν την Ομόνοια και που τώρα είσαι αναγκασμένος να ζεις μέσα στις ντουλάπες, αλλά ερωτώ, σου πάει η καρδιά να αλλάξεις ομάδα; Με την ίδια ακριβώς λογική δεν μπορείς να αλλάξεις θρησκεία. Μπορείς να την αφήσεις να ατονήσει, μπορείς να την αφήσεις να πέσει στη λήθη σιγά, σιγά, μπορείς να αδιαφορήσεις, μπορείς να κάνεις χίλια πράγματα με τη θρησκεία σου, αλλά να την αλλάξεις; Και ότι τι; Θα γίνεις απ΄ τη μια μέρα στην άλλη βουδιστής, μουσουλμάνος, καθολικός και θα λατρεύεις ξαφνικά τα θρησκευτικά βιβλία; Θα διαβάζεις προφητείες και θα αφιερώνεις πίτες στον Άγιο Φανούριο του Βούδα να σου βρει νύφη / γαμπρό / ενοικιαστή; Θα προσεύχεσαι παρέα με τον Χότζια τ' απογεύματα στην παλιά Λευκωσία και θα λες «πού κρυβόσουν ρε Χότζια τόσα χρόνια με τα ωραία σου; Δράμα περνούσαμε με το υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια, ρίξε τώρα έναν αμανέ να ανέβουμε λίγο! » Άσε μας κυρά μου με τα προβλήματά μας.

Τώρα, όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, ήτοι γιατί να πρέπει να υποβληθεί το παιδί στο μαρτύριο της βάπτισης, σου έχω κι εδώ νέα! Εξ όσων γνωρίζω εκ πείρας (και απορώ γιατί δεν γνωρίζεις κι εσύ αφού κι εσύ που με διαβάζεις τώρα εικάζω ότι έχει βαφτιστεί), η μνήμη του τέκνου στην ηλικία των έξι μηνών είναι τόσο υπανάπτυχτη που δεν μπορεί να συγκρατήσει την ταλαιπωρία της ιεροτελεστίας σε βαθμό που να το στιγματίσει εφ’ όρου ζωής. Εκτός κι αν είσαι ο γιος της Βανδή και είσαι μέχρι τα 8 σου έτη αβάπτιστος. Τότε ναι, να το δεχτώ, θα σου μείνει τραύμα να πρέπει να σε δουν γυμνό οι συγγενείς μες την πισίνα να σε λούζει ο παπάς. Αλλά για μωρά κάτω του ενός, σιγά το πατατράκ και την καρράμπα.

Δεύτερον, αν το μωρό είναι καθώς πρέπει, comme il faut, της αριστοκρατίας και του καλού κόσμου που λέμε, θα γνωρίζει ότι είναι τρε-μπανάλ να κλάψει και να προβεί σε υστερίες ενώπιων τόσων καλεσμένων με κάμερα κινητού στο χέρι, έτοιμοι να τον εκθέσουν σε όλα τα σόσιαλ μύδια.

Ο δικός μας, που είναι άξιος εκπρόσωπος της ιπποτικής συμπεριφοράς, δεν έβγαλε άχνα. Ούτε κιχ. Κύριος με το κου κεφαλαίο! Ήρθε, γδύθηκε, βαφτίστηκε και έφυγε σαν να μην συνέβη τίποτα. Ούτε σταγόνα δεν έχυσε έξω απ' τη κολυμπήθρα, που λέει ο λόγος. Σνομπαρία πρώτης τάξεως σαν τον πατέρα του που από χθες ψήλωσε άλλους δύο πόντους από την υποδειγματική συμπεριφορά του υιού του. 

Θα κάνω τρελό κόμμα με τον γιο μου μιαν ημέρα όχι και πολύ μακρινή. Μας βλέπω ήδη μπροστά μου να μεταναστεύουμε παρέα σε μια χώρα περιωπής και είμαι τόσο χαρούμενος!



*Τονίζω τον στενό οικογενειακό κύκλο, σε περίπτωση που δεν προσκλήθηκες, να ξέρεις το γιατί και να μην παρεξηγηθείς. Προσωπικά εκπλήσσομαι όταν κάποιος θίγεται από τη μη πρόσκληση σε βαφτίσια. Εγώ πανηγυρίζω όταν μας ξεχνούν.

Τετάρτη, Ιουνίου 07, 2017

Αρνούμαι

Προσωπικά και γενικά τελώ υπό άρνηση όσον αφορά κάποια πράγματα.

Δηλαδή, τι κάποια πράγματα; Τελώ υπό άρνηση όσον αφορά τα πάντα.

Για παράδειγμα, αρνούμαι να δεχτώ ότι κάποια πράγματα τελείωσαν και πέρασαν στη σφαίρα της ιστορίας. Δεν αποδέχομαι ότι χώρισε η Βίσση με τον Καρβέλα. Για μένα θα είναι πάντα ένα και ζω για την ημέρα που θα δικαιωθώ μαθαίνοντας ότι ξανασμίξανε. Δεν αποδέχομαι ότι χώρισε ο Αλ Μπάνο απ’ τη Ρομίνα Πάουερ. Δεν αποδέχομαι ότι τελείωσαν αμφότερα τα 80ς και τα 90ς και ότι πήραν μαζί τους στον τάφο όλη την ποπ κουλτούρα της εποχής.

Δεν μπορώ να βάλω τελεία. Αν κάτι το αγάπησα και επένδυσα συναισθηματικά επάνω του, θέλω να διαρκέσει για πάντα. Δεν έχω εξοικειωθεί με την έννοια του τέλους. Στο Δημοτικό, ας πούμε, είχα μια πολύ δεμένη παρέα την οποία υπεραγαπούσα. Στο Γυμνάσιο έπαψε να υφίσταται. Όσο και αν προσπαθούσα να πείσω τον εαυτόν μου πως επρόκειτο για «μια φάση» που θα περνούσε, κι ότι ύστερα θα ήταν όλα όπως παλιά, κι ότι η συμμορία θα έκανε τρανό καμ μπακ, πλανόμουν πλάνην οικτράν.

Ομοίως, στο Λύκειο. Η παρέα του Λυκείου που μου προσέφερε άπειρες στιγμές ευτυχίας, και είχε κάνει τη ζωή μου να συγκρίνεται με το Beverly Hills 90210, κι αυτή μας άφησε χρόνους. Και δεν προβλήθηκε καν στις επαναλήψεις. Οι όρκοι φιλίας μπορεί να κράτησαν, μπορεί ακόμη και σήμερα να ευφραίνεται η καρδούλα μου όταν από καιρού εις καιρόν συναντιόμαστε, αλλά η μαγεία της παρέας (που ως γνωστόν είναι και αυτή που γράφει την ιστορία), ξεθώριασε, πέρασε, τέζαρε. Και όλοι έριξαν μαύρη πέτρα πίσω τους. Που τι τους κόστιζε να τη διατηρήσουν εν ζωή; Τόσο ωραία περνούσαμε. Τίποτα. Κι όμως, στ’ αρχίδια τους όλα.

Μην θυμηθώ τώρα το πανεπιστήμιο και ειδικά την πρώτη μου χρονιά στην Αγγλία. Εκεί κι αν είχα απογειωθεί ως αυτοκρατορική προσωπικότητα. Εκεί κι αν νόμιζα ότι η Νιρβάνα που βίωνα από δωμάτιο σε δωμάτιο, από μαζοχο-έρωτα σε μαζοχο-έρωτα, από σκάνδαλο σε σκάνδαλο θα διαρκούσε αιώνια. Δεν παραπονιέμαι, μια χαρά απόλαυσα τα πάντα στη στιγμή τους. Αλλά δεν διήρκησαν όσο ήθελα. Στο 2ο έτος όλα ήταν ήδη παρελθόν. Και αυτό που μου τη σπάει είναι πως κανένας δεν είχε διάθεση να δώσει συνέχεια. Αυτό με προσβάλλει. Επειδή μειώνει, ξευτιλίζει κι ατιμώνει την ιστορία μας. Γιατί αν κάτι ήταν ωραίο το παλεύεις να το διατηρήσεις. Δεν το αφήνεις να ψυχομαχεί ώσπου να το πάρει ο Χάρος.

Σαν αυτό που αναρωτιέμαι καμιά φορά… Γιατί οι Ρέππας – Παπαθανασίου δεν συνεχίζουν τις Τρεις Χάριτες αφού τις θέλουμε τόσο πολύ; Γιατί ο Καπουτζίδης δεν αποπειράθηκε να συνεχίσει το Παρά Πέντε αφού έβλεπε πόσο το ζητούσε ο κόσμος; Για να μην κορεστούν και ξεχειλώσουν; Σιγά! Καλύτερα είμαστε τώρα που δεν έχουμε τι να δούμε; Εκατό φορές καλύτερα ένα ξεχειλωμένο σήριαλ, παρά ένα μέτριο καινούριο.

Ω, Θεοί. Όλα αναλώσιμα είναι. Και προπάντων οι άνθρωποι. Όλοι κάποτε τελειώνουν. Κανέναν δεν αξίζει να πιέζεις να συνεχίσει αν δεν του βγαίνει πηγαία από μόνου του.

Και ξέρεις ποιος είναι ο μεγαλύτερός μου φόβος σήμερα. Ότι θα ξεψυχήσει και η παρέα του θεάτρου. Που ήδη άρχισε να πνέει τα λοίσθια. Πάνω που παίρνεις τα πάνω σου, βρε παιδί μου, πάνω που βρίσκεις τη θέση σου σε ένα σύνολο και λες «μα, τι ωραία που περνούμε εδώ στην εξοχή, επιτέλους βρήκα το crowd μου», κάποιος λακίζει, κάποιος εκτρέπεται, κάποιος αφαιρεί το κρίσιμο τουβλάκι από το Τζένγκα και timbeeerrrr… δεν υπάρχει ουδεμία διάθεση από τους υπόλοιπους να το ξαναχτίσουν. Παίρνουν τα κουβαδάκια τους και σ’ άλλη παραλία. Νατάσα, μην τυχόν και φέρεις εις γνώσιν τους το παρόν κείμενο, σ’ έφαγα!

Μου προκαλεί κατάθλιψη πλέον η πραγματικότητα. Όλα όσα φέρνει η ζωή ξέρω πως μια μέρα θα τα πάρει. Και ναι, έχω μάθει να το διαχειρίζομαι ως ένα βαθμό, απολαμβάνω τη στιγμή και ικανοποιώ όλους τους μαλάκες φιλόσοφους που έγραψαν διαχρονικές παπάρες επί του θέματος, ξέρεις περί ματαιότητας των πάντων κτλ, κτλ. Αλλά μία μόνιμη θλίψη κρέμεται από πάνω μου σαν δαμόκλειος σπάθη σε κάθε έκφραση ευτυχίας. Αγκαλιάζω τον γιο μου, ας πούμε, σκέφτομαι ότι τόση αγάπη και τόση χαρά δεν έχω ξαναζήσει, αλλά σκέφτομαι ότι σε 10 χρόνια θα είναι ένας μαντράχαλος που θα με κλωτσά και θα με αποφεύγει, που θα με βρίζει όποτε του πω να κάτσει να διαβάσει και σκέφτομαι ότι θα μου τελειώσει. Γιατί να πρέπει να περάσεις τότε αυτό το απόλυτο στάδιο ευτυχίας αφού θα καταλήξεις στον θάνατό του;

Είναι ψυχοφθόρο. Είναι κουραστικό. Είναι σισύφειο. Και μετά από μια ηλικία απλά αποκτηνώνεσαι και δεν νιώθεις τίποτα. Δεν σου καίγεται καρφί. Σαν τη γιαγιά μου, που στα 84 της μου ανακοινώνει ωμά ότι πέταξε όλα τα ζευγάρια παπούτσια που διαθέτει και έμεινε μόνο με τις παντόφλες γιατί ξέρει ότι μάλλον δεν θα ξαναπερπατήσει, και απλά περιμένει να πεθάνει.


Τα πάντα ρει και ουδέν μένει, τα πάντα ρέει και singinin the rain

Τρίτη, Μαΐου 23, 2017

Τερρορίστας

«Μα, έχεις και εσύ τώρα κέφια να τρολάρεις τον κόσμο που ταράχτηκε με τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Μάντσεστερ κι αλλού;»

Ναι, έχω.

Εκνευρίζομαι απίστευτα να πρέπει να τρώω στη μάπα αναλύσεις και διδακτικά μηνύματα από κόσμο που το 90% του χρόνου του, του το τρώει το Survivor (ουδέν πρόβλημα και εμένα μου τον τρώει), αλλά κάπου εκεί ανάμεσα σε Μισθοφόρο και Σπαλιάρα κρίνουν ότι πρέπει να διακόψουν το παιχνίδι, να πατήσουν για πέντε λεπτά το pause, για ένα σύντομο πολιτικό μήνυμα παγκόσμιας ειρήνης προς όλους τους followers and friends. Δελτίο Τύπου, κανονικά. "Η τρομοκρατία δεν θα νίκήσει", "Δεν μας τρομάζετε!", "Χτύπα κι άλλο θα τ' αντέξω".

Άσε μας κυρά μου! Το κατανοώ να φοβάσαι, το κατανοώ να απελπίζεσαι, το κατανοώ να τρέμεις στη σκέψη ότι έφερες το παιδί σου στον μάταιο τούτον κόσμο, αλλά είναι ένα το να εκδηλώσεις τους φόβους και τους προβληματισμούς σου για το τι μέλλει γενέσθαι, κι άλλο να μας κάνεις μαθήματα περί οφθαλμού αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντα, αναλύσεις επί φανατισμού, εξτρεμισμού και πολωνικού εξπρεσιονισμού κουνώντας μας το δάκτυλο. Γιατί εσύ ξέρεις πώς να σώσεις τον κόσμο, αλλά «δεν σ’ αφήνει το σύστημα!» Άντε τράβα να δεις Survivor που θες να μου αφήσεις και πολιτικό στίγμα. 

Δεν έμεινε κοκότα για κοκότα που δεν έγραψε τουίτ, δεν έγραψε status update σχετικό με το Μάντσεστερ. Το «Δεν θα περάσει η τρομοκρατία!» είναι αυτό στο οποίο συμφωνούν όλες χοντρά – χοντρά. Η τρομοκρατία μια χαρά περνά βλακούλες μου. Το είπατε μια φορά το σύνθημα, το είπατε δυο, το είπατε τρεις αλλά δεν είδα κάποια τρομοκρατία να μην περνά. Περνά και καλοπερνά. Καλύτερα από όλες! Οπότε μην το ξαναπείτε, παίζετε με τα νεύρα μας και θα την ακούσετε εσείς στο τέλος. Θέλετε να προσφέρετε στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας; Αρματωθείτε μία βόμβα και σπεύσατε να καθαρίσετε το κακό στη ρίζα του. Βρείτε έναν τζιχαντιστή και σφάξτε τον, ανατινάξτε τον. Όσο δεν το κάμνετε, τα διαδικτυακά μαθήματα προς εμάς που δεν έχουμε και διασυνδέσεις με το ισλαμικό κράτος σας μάραναν.

Εγώ έχω εξοικειωθεί με την νέα τάξη πραγμάτων. Και τα αεροπλάνα άρχισα να φοβάμαι ξανά, και τα ταξίδια τα αραίωσα (όχι μόνο λόγω οικονομικού), και κάτι συναυλίες που είχα κλείσει να πάω να δω στη Ρώμη τις ακύρωσα. Ύστερα μου πέρασε, ξεθάρρεψα λίγο, ως το επόμενο χτύπημα που πάλι με μούδιασε και ξανά-έκατσα στα αβγά μου. Δεν θα νικήσω εγώ την τρομοκρατία. Ούτε ξέρω πως μπορώ να την νικήσω με το να μην φοβάμαι. Εννοείται ότι θα φοβάμαι. Το φυσιολογικό είναι να φοβάσαι. Και όσο δεν λαμβάνουμε ομαδικώς δραστικά μέτρα, εννοείται θα φοβόμαστε για πολλές δεκαετίες ακόμη. Απλά θα έρθει κάποια στιγμή που θα πεις «εσσιέξιξι» ή κατά το κυπριακότερον: "to hell with terrorism", θα μπω στο μετρό και αν πεθάνω, πέθανα.

Μέχρι τότε δείτε Survivor, ασχοληθείτε με τον Ντάνο και τη Βλαχαβάνη και αφήστε τα βαθιά νοήματα. Είναι πολύ βαθιά για να τα αναλύετε με 140 χαρακτήρες.


Άντε εντάξει, έβαλα και στο προφίλ την αγγλική σημαία για συμπαράσταση. Λέω να κατεβάσω και λίγη Αριάνα Γκράντε στον υπολογιστή. 

Everybody happy now?

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2017

Πριν 10 Χρόνια

Έπαιζα με τις λίστες των τραγουδιών μου στο itunes και έπεσα πάνω σ’ αυτήν του 2007. Και συνειδητοποίησα ότι πέρασαν 10 χρόνια από τότε, όταν διένυα την τελευταία μου χρονιά ως φοιτητής, όταν τελείωνα το 2ο μου μάστερ, όταν ήμουν ακόμα στη Βρετανία και ήμουν σε εντελώς διαφορετική φάση από όπου βρίσκομαι σήμερα. Πόσα άλλαξαν μέσα σε δέκα χρόνια!

Το 2007 αποφάσισα ότι ήθελα να κάνω μάστερ στη δημοσιογραφία. Γιατί πάντα ήθελα να γίνω δημοσιογράφος και να γίνω σαν τον Κωστόπουλο, ένας πλούσιος πορνόγερος που θα είχε όποια θέλει και θα εκδίδει τα πιο έξυπνα και μοδάτα περιοδικά της χώρας. Ο πατέρας μου έλεγε ότι απλά ήμουν ανώριμος και ότι ο πραγματικός λόγος που ήθελα να κάνω μάστερ στη δημοσιογραφία ήταν α) για να μπορώ να πάρω συνέντευξη από τη Βίσση μια μέρα, β) για να αποφύγω την επιστροφή στην Κύπρο, γ) για να τους φάω λεφτά, δ) επειδή έχω γινάτι και κάνω πάντα το ανάποδο απ’ αυτό που μου λένε. Να πω την αλήθεια, ισχύουν λίγο πολύ όλα. Αλλά πάντα μου άρεσε να γράφω, οπότε δεν ήταν καπρίτσιο, ούτε κάτι άκυρο εκ μέρους μου. Και ξέρω ότι γράφω καλύτερα από τον μέσο όρο. Θέλω να πω, δικαιούμαι τον χώρο μου. Πιστεύω ότι θα μου πήγαινε να έχω δικό μου περιοδικό, ή δικό μου κανάλι, ή δική μου εκπομπή, με την προϋπόθεση βέβαια να μην απευθύνεται στο κοινό που τρέπεται και τέρπεται με Λούη Πατσαλίδη, Πρίγκιπα, Μπρούσκο, Δίδυμα Φεγγάρια, Παραδοσιακές Βραδιές, Όλγα Ποταμίτου, Βασιλική Χατζηαδάμου και λοιπές τσοκαρίες. Στο 90% των Κυπρίων, δηλαδή, που θα με εξωθούσε σε πιο φτηνές λύσεις για να καταφέρω να επιβιώσω.

Όλοι μου έλεγαν να μην πετάξω λεφτά για να σπουδάσω δημοσιογραφία. Ότι στην Κύπρο δεν ανθίζει η ερευνητική δημοσιογραφία, ότι όλα γίνονται copy paste από τα διεθνή ειδησεογραφικά πόρταλ, ότι κανείς δεν θα σε λαμβάνει σοβαρά υπόψιν δηλώνοντας δημοσιογράφος, ότι θα πρέπει να εργαστείς σαν σκυλί για την κάθε Ελίτα Μιχαηλίδου και τον κάθε Τσουρούλλη για να βγάλεις πενταροδεκάρες, ενώ με τα λεφτά που θα έβγαζα ως δικηγόρος θα απέφευγα όλον αυτόν τον διασυρμό. Δεν είχαν άδικο. Ειδικά στο θέμα της κάθε Ελίτας είμαι κάθετος. Να κάθομαι εγώ να δουλεύω βάρδιες για να βγαίνει η Ελίτα να παρουσιάζει εκπομπές και να παίζει την καμπόση, no sir, not me.

Τέλος πάντων, είναι τεράστιο θέμα και δεν έχω τώρα διάθεση να το αναλύσω. Όπως και να ‘χει, το μάστερ δημοσιογραφίας μπορώ να σε διαβεβαιώσω δέκα χρόνια μετά ότι ήταν αχρείαστο, μην σου πω δεν ξέρω καν που έχω καταχωνιάσει και το πτυχίο. Νομίζω το έχω χάσει σε μετακόμιση. Βαριέμαι και να το ψάξω. Δεν μετανιώνω όμως που το έκανα. Κατ’ αρχάς στο Κάρντιφ, το 2007 πέρασα μία από τις ωραιότερες χρονιές της ζωής μου. Είχα χαλαρώσει τόσο πολύ σε επίπεδο διαβάσματος μετά τη λαίλαπα της νομικής, που η δημοσιογραφία ήταν περίπατος. Διακοπές.

Το 2007:

Αυτό το μπλογκ γνώριζε αναπάντεχη απήχηση. Ήμουν ακόμα ανυποψίαστος ως προς την έκθεση στο διαδίκτυο, εκφραζόμουν πολύ πιο αθυρόστομα, ελεύθερα και δεν είχα να δώσω λογαριασμό σε κανένα για όσα έγραφα. Σήμερα έχω οικογένεια, δουλειά, εργοδότη, είμαι κατά κάποιον τρόπο υπόλογος. Και κυρίως, υποψιασμένος ως προς ποιος με διαβάζει.

Το 2007 ζούσε ακόμα ο πατέρας μου.

Μέναμε στο παλιό το διαμέρισμα δίπλα στη γιαγιά μου. Σήμερα η γιαγιά μου είναι με το ένα πόδι στον τάφο. Νομίζει ότι έχουμε ακόμα 1990 (υπέροχη χρονιά, αλλά δεν!), είχα μακριά μαλλιά, κοιμόμουν ακόμα στο εφηβικό μου κρεβάτι. Η Μπρέντα μου λέει ότι αν με είχε γνωρίσει με μακριά μαλλιά δεν θα με ήθελε. Τα σιχαίνεται και χαίρεται που τα έκοψα. Κατ’ ακρίβεια δεν τα έκοψα επειδή τα βαρέθηκα. Τα έκοψα γιατί έκανα φαλάκρα. Ας είχα πλούσια μαλλιά και σήμερα θα ήταν ακόμα μακριά και βαμμένα ασημένια σαν του Καρβέλα.




Το 2007 αγόραζα ακόμα cds. Ήμουν εναντίον των mp3’s. Και ακόμα είμαι δηλαδή. Θέλω να αγοράζω τη μουσική υπό τύπον αντικειμένου. Αλλά τι να κάνω. Δεν μπορώ να σταματήσω την πρόοδο.

Το 2007 γνώρισα την Αγγελική, στο Κάρντιφ. Μπορώ να πω ότι δέκα χρόνια μετά, ότι την αγαπώ πιο πολύ από ό, τι τότε. Απώλεσε την ιδιότητα της «παλιάς συμφοιτήτριας», πλέον τη θεωρώ σαν οικογένεια μου στην Ελλάδα. Επίσης, είχα και μιαν άλλη καλή φίλη τη Μαρία, με την οποία ακόμα αγαπιόμαστε, αλλά εκ του μακρόθεν. Με καφέδες μια φορά τον χρόνο.

Το 2007 πήγα διακοπές στην Πορτογαλία και στη Γαλλία.


To 2007 δεν είχα γκόμενα. Όπως και πολλά άλλα χρόνια, φυσικά. Αλλά τότε ήταν που νομίζω ότι έφτασα στα άκρα της σεξουαλικής στέρησης. Σκεφτόμουν το σεξ εκατόν φορές τη μέρα. Το είχα διογκώσει στο κεφάλι μου τόσο πολύ που μόνο για εκείνο μιλούσα, μόνο εκείνο σκεφτόμουν, όλο μου το χιούμορ εστιαζόταν και περιστρεφόταν γύρω από αυτό. Πόσο λυπηρό και απελπισμένο. Ευτυχώς που πέρασε.

Παρόλα αυτά, το 2007 ήταν η τελευταία μου ξέγνοιαστη χρονιά. Αρκούσε μία βόλτα στο Bute Park ή γύρω από το Millenium Stadium για να ξεδώσω. Η αίσθηση ελευθερίας, η αίσθηση ότι βρίσκομαι χαμένος μέσα στις χιλιάδες των Ουαλών και ουδείς με γνωρίζει, κόπτεται για την παρουσία μου, όλη αυτή η ανωνυμία που στην Κύπρο δεν υφίσταται αφού όποια πέτρα κι αν σηκώσεις βρίσκεις γνωστόν σου, ήταν λυτρωτική.   


Σήμερα έχω την οικογένειά μου βέβαια, το γιούδιν μου το υπέροχο, το οποίο καλύπτει όλα τα κενά της ύπαρξής μου, αλλά ναι, τώρα που το playlist με πήγε 10 χρόνια πίσω, ένα σφίξιμο στο στήθος το ξανάνιωσα.

Κυριακή, Μαΐου 14, 2017

Με Λύσσα Στη Λισαβόνα

Παρόλο που είναι δύο παρά το πρωί και μετά βίας κρατώ τα ματόκλαδά μου ανοιχτά, δεν πρόκειται να πέσω για ύπνο αν δεν σου πω δυο πράγματα:

I LOVE THIS SHOW!

Η συγκίνηση και η ταύτιση που ένιωσα απόψε με τον Πορτογάλο δεν περιγράφεται. Μπορεί να τάχθηκα ανοικτά υπέρ του Ιταλού και να στεναχωρήθηκα που δεν κέρδισε, αλλά θα ήταν κρίμα κι άδικο η αλήθεια (που λέει και η Άννα Βίσση) αυτού του ανθρώπου να πάει χαμένη ή να περάσει ξώφαλτσα απ' τη νίκη. Την σωστότερη κουβέντα είπε ο Σωτηράκης στα επινίκεια: «Η μουσική δεν είναι βεγγαλικά, σκηνικά και μαζική παραγωγή σουξέ. Η μουσική είναι συναίσθημα!» Ν’ αγιάσει το στόμα σου γιόκα μου και εύχομαι να εισακουστείς στα ώτα όλων των επίδοξων συνθετών για του χρόνου.

Όχι πες μου! Πόσα χρόνια γράφω εδώ ότι πρέπει να επενδύσουμε στη λαϊκή μας παράδοση, στη γλώσσα μας και στο ξακουστό λαϊκό τραγούδι που μιλούν πρωτίστως στην καρδιά; Scripta manent, κύριοι. Ανατρέξτε στις προηγούμενες μου αναρτήσεις διά του λόγου το αληθές. Κάθε χρόνο μοιράζομαι τον διακαή μου πόθο να στείλουμε ένα τραγούδι με λυρισμό και εθνική ταυτότητα. Τι κάνουμε αντ’ αυτού; Στέλνουμε σουηδικά σουξέ που δεν πείθουν ούτε καν αυτούς που τα γράφουν, πόσο μάλλον εμάς που τα αγοράζουμε.

Κι άντε τώρα να ανοίξουμε το θέμα ‘εθνική ταυτότητα’ της Κύπρου και να γίνουμε ξανά ομαδικώς από δυο χωριά χωριάτες. Γιατί προφανώς δεν εννοώ να στείλουμε ούτε την Κυριακού Πελαγία, ούτε τον άλλον τον γέρο που τραγουδά τη Γαουρίτσα (το όνομα του οποίου μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή).

Ξέρουμε από τώρα τι έχει να γίνει του χρόνου, βέβαια. Θα στείλουν όλοι παραδοσιακά τραγούδια, βαρετές μπαλάντες, και από το ένα άκρο θα περάσουμε στο άλλο. Ε, μα αργήσαμε, μάνα μου! Το θέμα είναι να πηγαίνεις κόντρα στις τάσεις των υπολοίπων την κατάλληλη στιγμή. Όπως έγινε φέτος, που είτε τη Σερβία άκουγες, είτε τη Νορβηγία ένα και το αυτό. Τώρα που δόθηκε το σύνθημα από τον Πορτογάλο είναι αργά, κάτσε εκεί που κάθεσαι, μείνε στο eurodance.

Όπως και να ‘χει: Χάρηκα γιατί η αποψινή Γιουροβίζιον μου θύμισε Γιουροβίζιον των παιδικών μου χρόνων. Τότε που είχε συμφωνική ορχήστρα και ένα σκηνικό για όλους. Που άκουγες 22 διαφορετικές γλώσσες και έμπαινες στη διαδικασία να τις απομνημονεύσεις και να εξοικειωθείς με άλλες κουλτούρες. Δόξα συ ο Θεός, αργά ή γρήγορα επιστρέφουμε στην ουσία του πράγματος.

Η Πορτογαλία είναι μια πανέμορφη χώρα, ίσως η τρίτη αγαπημένη μου που έχω επισκεφτεί. Οι Πορτογάλοι συμπαθέστατοι σαν άνθρωποι, και αν και πιο φτωχοί και ελαφρώς πιο βλάχοι από τους συγγενείς τους, Ισπανούς, εν τούτοις διαπνέονται από μία περηφάνεια για την καταγωγή τους που τους καθιστά πολύ αριστοκρατικούς. Είχα πάει ταξίδι στη Λισαβόνα το 2007 και έφυγα με τις καλύτερες εντυπώσεις. Αν δεν κόστιζε μια περιουσία να πας στην άλλη άκρη της Ευρώπης θα την επισκεπτόμουν κάθε 2-3 χρόνια για κούρα. Επίσης, οι Πορτογάλοι μου είναι συμπαθείς γιατί μπορεί μεν να πατώνουν τόσα χρόνια στη Γιουροβίζιον αλλά κατά καιρούς έστειλαν και τραγούδια - ύμνους, όπως το 1984, το 1988, το 1996, αλλά και το υπέρτατο Conquistador του 1989, που μπορεί να ήταν η επιτομή του κιτς, αλλά το έχω μέσα στην καρδιά μου.



Λίγα γενικά σχόλια πριν πέσω ξερός:

Η Ντέμυ πήγε άσχημα, ας προβληματιστούν και στην Ελλάδα γιατί μία ζεμπεκιά του Γιώρκα, μία λύρα των Παπαρίζου και Αλκαίου χτυπούν πρωτιά και δεκάδα, ενώ αυτή η κατά τα άλλα υπερπαραγωγή πέρασε και δεν ακούμπησε. Η φάτσα του Κοντόπουλου την ώρα της ψηφοφορίας που το φυσούσε και δεν κρύωνε, όλα τα λεφτά!

Ο Χοβίγκ πήγε καλύτερα από ό, τι περίμενα, θα μπορούσε να ήταν στα τρία τελευταία.

Πιάστηκε η καρδιά μου κάποια στιγμή, όταν έβλεπα τη σταθερότητα με την οποία ψηφιζόταν ο Βούλγαρος. Λέω, Παναγία μου, θα πάθουμε όπως με την Ουκρανία πέρσι. Που ήταν σταθερά στη δεύτερη θέση και στο τέλος συμψηφίστηκε με την τηλεψηφοφορία και έφαγε τον πρώτο. Εννοείται ότι δεν αντέχω να βλέπω τη φάτσα εκείνου του μαλακιστηρίου. Δεκαεφτά χρονών νιάνιαρο και τραγουδά λες και έχει ζήσει τα απίστευτα με εκείνη τη φλώρικη φάτσα. ΝΟ! Just NO! Αν κέρδιζε η Βουλγαρία θα έσπαγα την τηλεόραση.

Επίσης, κάποτε πρέπει να τελειώνουμε με τη Ρουμανία και τη Μολδαβία που ό, τι μαλακία στείλουν πάνε καλά γιατί τους ψηφίζουν οι συμπολίτες τους που μετανάστευσαν ανά την Ευρώπη. Δεν γίνεται στον ίδιο διαγωνισμό να κερδίζει το ποίημα της Πορτογαλίας αλλά να πλασάρονται στη δεκάδα τραγούδια με νύφες και γαμπρούς και κανόνια που εκτοξεύουν κομφετί και τραγουδούν yodel it, yodel it, ole ole ole ah ah. Είναι αντιφατικό, ακυρώνει το αποτέλεσμα. Αν ήμουν εγώ ο υπεύθυνος του Διαγωνισμού θα πυροβολούνταν στο πόδι πριν μπουν στο στάδιο.   

Ο αποψινός τελικός ήταν μια συνέχεια των χάλια ημιτελικών από άποψη ροής προγράμματος και  συγγραφικής ευφυίας. Ούτε στο δαχτυλάκι δεν πλησίασε τη διοργάνωση του 2016. Το ότι ο Αυστραλός μας έδειξε τον κώλο του δεν ήταν τυχαίο γεγονός. Προγράμματα του κώλου τα οποία κατάντησαν να ταυτίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό των θεατών τους και τα οποία κάθε χρόνο αντί να εστιάζουν στη μουσική, εστιάζουν στο πώς θα πατρονάρουν όλους τους υπόλοιπους με διδακτισμό περί διαφορετικότητας, ρατσισμού και διεθνισμού, αυτή την αντιμετώπιση αξίζουν. Και εις κατώτερα.

Για να μην κλείσω όμως αρνητικά, θα εστιάσω στα θετικά. Κέρδισε επιτέλους ένα καλό τραγούδι μετά από πάρα πολλά χρόνια (και όχι το Euphoria δεν το κατατάσσω μέσα σ’ αυτά) και μας έμεινε κληρονομιά και το ιταλικό που αν μη τι άλλο, είναι τόσο ραδιοφωνικό και φιλικό στ’ αφτιά που θα το ακούμε όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Έχει ξαναγίνει. Και το 1995 μπορεί να κέρδισε το Nocturne και δικαίως, αλλά όλοι το Vuelve Conmigo παίζουμε και ξαναπαίζουμε.
  

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2017

Μακεδονικός Χαλβάς

Από τη χθεσινοβραδινή μου εμπειρία από τον δεύτερο ημιτελικό, ένα πράγμα θα μου μείνει.
Το γεγονός ότι ο Τάσος Τρύφωνος προσφώνησε τη συμμετοχή της ΠΓΔΜ ως Σκόπια. Μα, καιρός ήτανε κάποιος να το τολμήσει. Ως πότε θα συνεχίζουμε αυτή τη γελοιότητα της ονομασίας; Κάποτε πρέπει να αποφασίσουμε. Είτε θα τους αποκαλούμε Σκοπιανούς, είτε Μακεδόνες, είτε να βρεθεί ένα τρίτο, ουδέτερο όνομα που να μπορώ να το πω με μία λέξη. Αυτό το ενδιάμεσο, το σιδηροδρομικό, το «ΠΓΔΜ», που δεν εξυπηρετεί κανέναν πλην των ξένων δυνάμεων που ξεμπερδεύουν με το να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους, είναι μια μαλακία και μισή. Είναι πολιτικά ορθό, αλλά πρακτικά δύσκολο. Τι θα λέω δηλαδή; Πάω να πιω καφέ με μία φίλη μου Φυρομίτισσα; Καλώς τον Φυρομίτη; «Από πού μας τηλεφωνείτε; Από τη ΦΥΡΟΜ; Η αγαπημένη μου πόλη!» Μήπως έχει οποιοσδήποτε τη ψευδαίσθηση ότι θα βρεθεί άνθρωπος φυσιολογικός να πει «πόσο πολύ θα ήθελα να πάω ένα τριήμερο στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας;!» Ώσπου να το πεις, πέθανες.

Τόλμησα που λέτε κι εγώ ο άμοιρος να γράψω ένα τουίτ στο οποίο εκθείαζα την τόλμη του Τάσου Τρύφωνος να αποκαλέσει την ΠΓΔΜ ως Σκόπια. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έλαβα γνώση ότι κάποιος με έκανε retweet παραθέτοντας το εξής σχόλιο: «Ιδού η απόδειξη ότι οι Τούρκοι το 1974 έκαναν μισές δουλειές!»

Δεν είναι η πρώτη φορά που έκπληκτος διαπιστώνω ότι μία μεγάλη μερίδα Ελλαδιτών συμπλέουν με τα ξένα συμφέροντα αντί με τα δικά τους. Μου έχει ξανατύχει να συγκρουστώ στο παρελθόν με μια συμφοιτήτριά μου εξ Ελλάδος για το θέμα των Σκοπίων, η οποία έσπευσε να με ενημερώσει στο Facebook ότι τα Σκόπια έχουν όνομα, λέγονται ΠΓΔΜ, και να μην τολμήσω να τους ξανά-αποκαλέσω έτσι, γιατί «σκέψου πως μπορεί να νιώθουν κι αυτοί οι καημένοι που τους κοτσάραμε ένα όνομα που δεν τους αρέσει, που δεν τους εκφράζει». Το γεγονός ότι στην ΠΓΔΜ έχουν οικειοποιηθεί και διαστρεβλώσει την ιστορία, μετέτρεψαν όλο το αστικό κέντρο σε σουβενίρ shop του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τυπώνουν χάρτες στους οποίους συμπεριλαμβάνεται η Καβάλα και η Θεσσαλονίκη υπό την κυριαρχία τους, περνά στα ψιλά. Γιατί πάνω από όλα «σκέψου πως μπορεί να αισθάνονται οι καημένοι». Όσκαρ εξωτερικής πολιτικής!

Εννοείται ότι τη μαντάμ τη διέγραψα με συνοπτικές. Έχω ξεπεράσει προ πολλού την ηλικία που έκανα υπομονή με τους βλάκες χάριν αποδοχής της διαφορετικής άποψης. Άλλο η διαφορετική άποψη πάνω σε εδραιωμένα, κοινά αποδεκτά γεγονότα που αποδεικνύονται ιστορικά και επιστημονικά, άλλο η διαφορετική άποψη που βασίζεται σε συναισθηματική ανισορροπία. Ουστ, στο καλό και να μας γράφετε.

Έχω απογοητευτεί, όχι επειδή τώρα βρέθηκε ένα ηλίθιο συριζόπουλο να μου πει ότι έπρεπε να μας σφάξουν οι Τούρκοι το ’74, αλλά επειδή συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει πλέον ελληνισμός. Δεν γίνεται να κόπτομαι εγώ για την Ελλάδα πιο πολύ από τον Ελλαδίτη. Δεν γίνεται να εκτουρκεύεται η Θράκη, να παραβιάζεται καθημερινά το Αιγαίο, να έχουν φτάσει τα πλοία μέχρι το Σούνιο, να έχει χαθεί το όνομα Μακεδονία και παρόλη την εθνική ξευτίλα να εξακολουθεί να υπάρχει κόσμος που να μου απαντά κατ’ αυτόν τον εχθρικό τρόπο. Λες και δεν είναι τα δικά του (μας) συμφέροντα που υπερασπίζομαι. Να με έβριζε ένας Σκοπιανός, να το καταλάβω. Μα, Έλληνας;!

Τι υπόκοσμος! Έχω κι άλλη παρόμοια ιστορία να σου πω. Κάποτε, προ Μπρέντας, είχα ένα νταλαβέρι με μία Συριζαία. Τότε εγώ δεν ήξερα τι πάει να πει ΣΥΡΙΖΑ βέβαια, ούτε καν τι πάει να πει αριστερά. Εγώ μετά την προεδρία του Χριστόφια το 2008 κατάλαβα ότι υπάρχουν αριστεροί κι άρχισα να προσπαθώ να τους καταλάβω. Στο σόι μου, στον κύκλο μου, στο σχολείο μου, δεν είχαμε αριστερούς. Κι αν είχαμε, δεν τολμούσαν να εκφραστούν. Γενικότερα δεν ερχόμουν σε επαφή με κόσμο που δεν ενστερνίζεται την ελληνικότητα. Όταν άκουγα για αριστερούς νόμιζα πως συζητούμε για τους αριστερόχειρες. Τέλος πάντων. Αυτή η Συριζαία γκόμενα, λοιπόν, μου είχε πει κάποτε ότι με συμπαθούσε επειδή όταν σπουδάζαμε στην Αγγλία έκανα παρέα με ξένους αντί με Έλληνες. Το είχα βρει λίγο παράξενο εκ μέρους της, πρώτον γιατί έκανα παρέα με πολλούς Έλληνες (δεν είχα θέμα), αλλά και επειδή δεν επέλεγα τους φίλους μου βάσει εθνικότητας. Ναι μεν μ’ άρεσε να συναναστρέφομαι με ξένους, αυτή ήταν και η γοητεία του να ζεις στο εξωτερικό άλλωστε, αλλά δεν το έκανα επί τούτου. Όλοι οι καλοί χωρούσαν.

Εκεί που άρχισα να υποψιάζομαι ότι κάτι δεν πάει καλά με δαύτην, ήταν όταν μου είχε πει ότι πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε παρέα με τους Έλληνες που ήταν στην ολότητά τους κουτσομπόληδες και κακεντρεχείς, και να συναναστρεφόμαστε εξ ολοκλήρου με ξένους. Μου είχε πει ότι θα με σύστηνε στους ξένους φίλους της, όπερ και εγένετο μια νύχτα με φεγγάρι. Επρόκειτο για έναν Κοσσοβάρο, έναν Αλβανό κι έναν Πακιστανό. Με τον τελευταίον είχαν υπάρξει και ζευγάρι. Καλά ρε χρυσή μου, (είπα από μέσα μου), μέσα σε ολόκληρο campus με Γάλλους, Ιταλούς, Ισπανούς, Πορτογάλους εσύ έδεσες με τον Αλβανό και τον Πακιστανό; Μ΄αυτούς βρήκες κοινό έδαφος να συνυπάρξεις; Εντάξει, περίεργο μου ακούστηκε, όχι όμως και αδύνατον. Μπορεί όντως να επρόκειτο για προσωπικοτάρες. Περί ορέξεως άλλωστε...  

Στο κακό ο νους μου πήγε όταν μια μέρα, ένα χρόνο μετά, μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να με επισκεφτεί στην Κύπρο. Προσφέρθηκα να τη φιλοξενήσω, αλλά μου δήλωσε ότι δεν ένιωθε άνετα να μείνει σπίτι μου, και προτιμούσε να μείνει στο σπίτι μιας φίλης της στην Κερύνεια. Σε μία Τουρκοκύπρια φίλη της δηλαδή. Όταν της είπα ότι αν τολμούσε να περάσει στα Κατεχόμενα δεν θα υπήρχε λόγος να βρεθούμε και να κάνουμε παρέα, μου απάντησε ότι «καλός είμαι και του λόγου μου, όπως και η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων που καταδυναστεύουμε τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων, που τους έχουμε απομονωμένους και τους αρνιόμαστε τα ευρωπαϊκά τους δικαιώματα» και κάτι τέτοιες ανυπόστατες αρλούμπες. Περιττό να σου πω τι ακολούθησε. Οχετός! Μέχρι και φίλους της κομματόσκυλα έβαλε να μου στέλνουν ειρωνικά μηνύματα στο Facebook για να την υποστηρίξουν (επειδή η συζήτηση έγινε δημόσια στο wall της – πολύ κακώς – αλλά ήταν οι εποχές που ο κόσμος έγραφε ακόμα άφοβα στα wall του άλλου και δεν κατέφευγαν στα private messages ακόμα και για ένα απλό «χρόνια πολλά»).

Εν πάση περιπτώσει, αυτά στα λέω γιατί κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τι πάει να πει αριστερά και τι πάει να πει ΣΥΡΙΖΑ. Αυτοί κυβερνούν σήμερα και φυσικά δεν έπιασαν την εξουσία με το ζόρι. Κάποιοι ανοιχτομάτηδες τους ψήφισαν. Θα μου πεις, και τι να ψήφιζαν; Το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ που τους κατέστρεψαν; Δεν ξέρω. Εγώ ξέρω ότι τώρα τρώνε στη μάπα ένα 3ο μνημόνιο και δεν προβλέπεται να έχουν ξεμπερδέψει από αυτό, ούτε τα δισέγγονά τους, ενώ ο φιλεύσπλαχνος ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν απάλυνε τον πόνο τους, αλλά τον χειροτέρεψε με τη βλακώδη αντίληψη που έχει για την πολιτική πραγματικότητα. Μόνο η Ελλάδα θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό. Κύπρος, Ιρλανδία, Πορτογαλία ξεμπέρδεψαν με το μνημόνιο. Μόνο η Ελλάδα θα μπορούσε να οδεύει ακάθεκτη και προς ένα 4ο.

Άμα μου λένε ότι οι Τούρκοι έπρεπε να μας είχαν σφάξει το ’74 (που εν μέρει συμφωνώ αν αυτό θα σήμαινε ότι σήμερα δεν θα ζούσαμε αυτά τα χάλια), τους θυμίζω το μνημόνιο. Μπορεί να μην τους κόφτει που τους μειώνουν καθημερινά την αξιοπρέπεια, αλλά μην τυχόν και τους υπενθυμίσεις την τρύπια τσέπη! Εξακριβωμένο! Τους πονά περισσότερο το οικονομικό παρά η εθνική τους αξιοπρέπεια. Και δεν ξέρουν και τι να σου απαντήσουν. Ούτε οι Ελλαδίτες, ούτε οι Κύπριοι. Γι αυτό άλλωστε φτάσαμε αμφότεροι στον πάτο και ιδού η περίτρανη απόδειξη ότι επί της ουσίας είμαστε ο ίδιος, χαμηλού επιπέδου, παραδόπιστος λαός.


Μα, τι λέγαμε; Για τη Γιουροβίζιον; Α, ναι μωρέ! Δεν το χωνεύω το ότι δεν πέρασε η Εσθονία! Αυτά.