Τρίτη, Μαΐου 23, 2017

Τερρορίστας

«Μα, έχεις και εσύ τώρα κέφια να τρολάρεις τον κόσμο που ταράχτηκε με τα τρομοκρατικά χτυπήματα στο Μάντσεστερ κι αλλού;»

Ναι, έχω.

Εκνευρίζομαι απίστευτα να πρέπει να τρώω στη μάπα αναλύσεις και διδακτικά μηνύματα από κόσμο που το 90% του χρόνου του, του το τρώει το Survivor (ουδέν πρόβλημα και εμένα μου τον τρώει), αλλά κάπου εκεί ανάμεσα σε Μισθοφόρο και Σπαλιάρα κρίνουν ότι πρέπει να διακόψουν το παιχνίδι, να πατήσουν για πέντε λεπτά το pause, για ένα σύντομο πολιτικό μήνυμα παγκόσμιας ειρήνης προς όλους τους followers and friends. Δελτίο Τύπου, κανονικά. "Η τρομοκρατία δεν θα νίκήσει", "Δεν μας τρομάζετε!", "Χτύπα κι άλλο θα τ' αντέξω".

Άσε μας κυρά μου! Το κατανοώ να φοβάσαι, το κατανοώ να απελπίζεσαι, το κατανοώ να τρέμεις στη σκέψη ότι έφερες το παιδί σου στον μάταιο τούτον κόσμο, αλλά είναι ένα το να εκδηλώσεις τους φόβους και τους προβληματισμούς σου για το τι μέλλει γενέσθαι, κι άλλο να μας κάνεις μαθήματα περί οφθαλμού αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντα, αναλύσεις επί φανατισμού, εξτρεμισμού και πολωνικού εξπρεσιονισμού κουνώντας μας το δάκτυλο. Γιατί εσύ ξέρεις πώς να σώσεις τον κόσμο, αλλά «δεν σ’ αφήνει το σύστημα!» Άντε τράβα να δεις Survivor που θες να μου αφήσεις και πολιτικό στίγμα. 

Δεν έμεινε κοκότα για κοκότα που δεν έγραψε τουίτ, δεν έγραψε status update σχετικό με το Μάντσεστερ. Το «Δεν θα περάσει η τρομοκρατία!» είναι αυτό στο οποίο συμφωνούν όλες χοντρά – χοντρά. Η τρομοκρατία μια χαρά περνά βλακούλες μου. Το είπατε μια φορά το σύνθημα, το είπατε δυο, το είπατε τρεις αλλά δεν είδα κάποια τρομοκρατία να μην περνά. Περνά και καλοπερνά. Καλύτερα από όλες! Οπότε μην το ξαναπείτε, παίζετε με τα νεύρα μας και θα την ακούσετε εσείς στο τέλος. Θέλετε να προσφέρετε στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας; Αρματωθείτε μία βόμβα και σπεύσατε να καθαρίσετε το κακό στη ρίζα του. Βρείτε έναν τζιχαντιστή και σφάξτε τον, ανατινάξτε τον. Όσο δεν το κάμνετε, τα διαδικτυακά μαθήματα προς εμάς που δεν έχουμε και διασυνδέσεις με το ισλαμικό κράτος σας μάραναν.

Εγώ έχω εξοικειωθεί με την νέα τάξη πραγμάτων. Και τα αεροπλάνα άρχισα να φοβάμαι ξανά, και τα ταξίδια τα αραίωσα (όχι μόνο λόγω οικονομικού), και κάτι συναυλίες που είχα κλείσει να πάω να δω στη Ρώμη τις ακύρωσα. Ύστερα μου πέρασε, ξεθάρρεψα λίγο, ως το επόμενο χτύπημα που πάλι με μούδιασε και ξανά-έκατσα στα αβγά μου. Δεν θα νικήσω εγώ την τρομοκρατία. Ούτε ξέρω πως μπορώ να την νικήσω με το να μην φοβάμαι. Εννοείται ότι θα φοβάμαι. Το φυσιολογικό είναι να φοβάσαι. Και όσο δεν λαμβάνουμε ομαδικώς δραστικά μέτρα, εννοείται θα φοβόμαστε για πολλές δεκαετίες ακόμη. Απλά θα έρθει κάποια στιγμή που θα πεις «εσσιέξιξι» ή κατά το κυπριακότερον: "to hell with terrorism", θα μπω στο μετρό και αν πεθάνω, πέθανα.

Μέχρι τότε δείτε Survivor, ασχοληθείτε με τον Ντάνο και τη Βλαχαβάνη και αφήστε τα βαθιά νοήματα. Είναι πολύ βαθιά για να τα αναλύετε με 140 χαρακτήρες.


Άντε εντάξει, έβαλα και στο προφίλ την αγγλική σημαία για συμπαράσταση. Λέω να κατεβάσω και λίγη Αριάνα Γκράντε στον υπολογιστή. 

Everybody happy now?

Παρασκευή, Μαΐου 19, 2017

Πριν 10 Χρόνια

Έπαιζα με τις λίστες των τραγουδιών μου στο itunes και έπεσα πάνω σ’ αυτήν του 2007. Και συνειδητοποίησα ότι πέρασαν 10 χρόνια από τότε, όταν διένυα την τελευταία μου χρονιά ως φοιτητής, όταν τελείωνα το 2ο μου μάστερ, όταν ήμουν ακόμα στη Βρετανία και ήμουν σε εντελώς διαφορετική φάση από όπου βρίσκομαι σήμερα. Πόσα άλλαξαν μέσα σε δέκα χρόνια!

Το 2007 αποφάσισα ότι ήθελα να κάνω μάστερ στη δημοσιογραφία. Γιατί πάντα ήθελα να γίνω δημοσιογράφος και να γίνω σαν τον Κωστόπουλο, ένας πλούσιος πορνόγερος που θα είχε όποια θέλει και θα εκδίδει τα πιο έξυπνα και μοδάτα περιοδικά της χώρας. Ο πατέρας μου έλεγε ότι απλά ήμουν ανώριμος και ότι ο πραγματικός λόγος που ήθελα να κάνω μάστερ στη δημοσιογραφία ήταν α) για να μπορώ να πάρω συνέντευξη από τη Βίσση μια μέρα, β) για να αποφύγω την επιστροφή στην Κύπρο, γ) για να τους φάω λεφτά, δ) επειδή έχω γινάτι και κάνω πάντα το ανάποδο απ’ αυτό που μου λένε. Να πω την αλήθεια, ισχύουν λίγο πολύ όλα. Αλλά πάντα μου άρεσε να γράφω, οπότε δεν ήταν καπρίτσιο, ούτε κάτι άκυρο εκ μέρους μου. Και ξέρω ότι γράφω καλύτερα από τον μέσο όρο. Θέλω να πω, δικαιούμαι τον χώρο μου. Πιστεύω ότι θα μου πήγαινε να έχω δικό μου περιοδικό, ή δικό μου κανάλι, ή δική μου εκπομπή, με την προϋπόθεση βέβαια να μην απευθύνεται στο κοινό που τρέπεται και τέρπεται με Λούη Πατσαλίδη, Πρίγκιπα, Μπρούσκο, Δίδυμα Φεγγάρια, Παραδοσιακές Βραδιές, Όλγα Ποταμίτου, Βασιλική Χατζηαδάμου και λοιπές τσοκαρίες. Στο 90% των Κυπρίων, δηλαδή, που θα με εξωθούσε σε πιο φτηνές λύσεις για να καταφέρω να επιβιώσω.

Όλοι μου έλεγαν να μην πετάξω λεφτά για να σπουδάσω δημοσιογραφία. Ότι στην Κύπρο δεν ανθίζει η ερευνητική δημοσιογραφία, ότι όλα γίνονται copy paste από τα διεθνή ειδησεογραφικά πόρταλ, ότι κανείς δεν θα σε λαμβάνει σοβαρά υπόψιν δηλώνοντας δημοσιογράφος, ότι θα πρέπει να εργαστείς σαν σκυλί για την κάθε Ελίτα Μιχαηλίδου και τον κάθε Τσουρούλλη για να βγάλεις πενταροδεκάρες, ενώ με τα λεφτά που θα έβγαζα ως δικηγόρος θα απέφευγα όλον αυτόν τον διασυρμό. Δεν είχαν άδικο. Ειδικά στο θέμα της κάθε Ελίτας είμαι κάθετος. Να κάθομαι εγώ να δουλεύω βάρδιες για να βγαίνει η Ελίτα να παρουσιάζει εκπομπές και να παίζει την καμπόση, no sir, not me.

Τέλος πάντων, είναι τεράστιο θέμα και δεν έχω τώρα διάθεση να το αναλύσω. Όπως και να ‘χει, το μάστερ δημοσιογραφίας μπορώ να σε διαβεβαιώσω δέκα χρόνια μετά ότι ήταν αχρείαστο, μην σου πω δεν ξέρω καν που έχω καταχωνιάσει και το πτυχίο. Νομίζω το έχω χάσει σε μετακόμιση. Βαριέμαι και να το ψάξω. Δεν μετανιώνω όμως που το έκανα. Κατ’ αρχάς στο Κάρντιφ, το 2007 πέρασα μία από τις ωραιότερες χρονιές της ζωής μου. Είχα χαλαρώσει τόσο πολύ σε επίπεδο διαβάσματος μετά τη λαίλαπα της νομικής, που η δημοσιογραφία ήταν περίπατος. Διακοπές.

Το 2007:

Αυτό το μπλογκ γνώριζε αναπάντεχη απήχηση. Ήμουν ακόμα ανυποψίαστος ως προς την έκθεση στο διαδίκτυο, εκφραζόμουν πολύ πιο αθυρόστομα, ελεύθερα και δεν είχα να δώσω λογαριασμό σε κανένα για όσα έγραφα. Σήμερα έχω οικογένεια, δουλειά, εργοδότη, είμαι κατά κάποιον τρόπο υπόλογος. Και κυρίως, υποψιασμένος ως προς ποιος με διαβάζει.

Το 2007 ζούσε ακόμα ο πατέρας μου.

Μέναμε στο παλιό το διαμέρισμα δίπλα στη γιαγιά μου. Σήμερα η γιαγιά μου είναι με το ένα πόδι στον τάφο. Νομίζει ότι έχουμε ακόμα 1990 (υπέροχη χρονιά, αλλά δεν!), είχα μακριά μαλλιά, κοιμόμουν ακόμα στο εφηβικό μου κρεβάτι. Η Μπρέντα μου λέει ότι αν με είχε γνωρίσει με μακριά μαλλιά δεν θα με ήθελε. Τα σιχαίνεται και χαίρεται που τα έκοψα. Κατ’ ακρίβεια δεν τα έκοψα επειδή τα βαρέθηκα. Τα έκοψα γιατί έκανα φαλάκρα. Ας είχα πλούσια μαλλιά και σήμερα θα ήταν ακόμα μακριά και βαμμένα ασημένια σαν του Καρβέλα.




Το 2007 αγόραζα ακόμα cds. Ήμουν εναντίον των mp3’s. Και ακόμα είμαι δηλαδή. Θέλω να αγοράζω τη μουσική υπό τύπον αντικειμένου. Αλλά τι να κάνω. Δεν μπορώ να σταματήσω την πρόοδο.

Το 2007 γνώρισα την Αγγελική, στο Κάρντιφ. Μπορώ να πω ότι δέκα χρόνια μετά, ότι την αγαπώ πιο πολύ από ό, τι τότε. Απώλεσε την ιδιότητα της «παλιάς συμφοιτήτριας», πλέον τη θεωρώ σαν οικογένεια μου στην Ελλάδα. Επίσης, είχα και μιαν άλλη καλή φίλη τη Μαρία, με την οποία ακόμα αγαπιόμαστε, αλλά εκ του μακρόθεν. Με καφέδες μια φορά τον χρόνο.

Το 2007 πήγα διακοπές στην Πορτογαλία και στη Γαλλία.


To 2007 δεν είχα γκόμενα. Όπως και πολλά άλλα χρόνια, φυσικά. Αλλά τότε ήταν που νομίζω ότι έφτασα στα άκρα της σεξουαλικής στέρησης. Σκεφτόμουν το σεξ εκατόν φορές τη μέρα. Το είχα διογκώσει στο κεφάλι μου τόσο πολύ που μόνο για εκείνο μιλούσα, μόνο εκείνο σκεφτόμουν, όλο μου το χιούμορ εστιαζόταν και περιστρεφόταν γύρω από αυτό. Πόσο λυπηρό και απελπισμένο. Ευτυχώς που πέρασε.

Παρόλα αυτά, το 2007 ήταν η τελευταία μου ξέγνοιαστη χρονιά. Αρκούσε μία βόλτα στο Bute Park ή γύρω από το Millenium Stadium για να ξεδώσω. Η αίσθηση ελευθερίας, η αίσθηση ότι βρίσκομαι χαμένος μέσα στις χιλιάδες των Ουαλών και ουδείς με γνωρίζει, κόπτεται για την παρουσία μου, όλη αυτή η ανωνυμία που στην Κύπρο δεν υφίσταται αφού όποια πέτρα κι αν σηκώσεις βρίσκεις γνωστόν σου, ήταν λυτρωτική.   


Σήμερα έχω την οικογένειά μου βέβαια, το γιούδιν μου το υπέροχο, το οποίο καλύπτει όλα τα κενά της ύπαρξής μου, αλλά ναι, τώρα που το playlist με πήγε 10 χρόνια πίσω, ένα σφίξιμο στο στήθος το ξανάνιωσα.

Κυριακή, Μαΐου 14, 2017

Με Λύσσα Στη Λισαβόνα

Παρόλο που είναι δύο παρά το πρωί και μετά βίας κρατώ τα ματόκλαδά μου ανοιχτά, δεν πρόκειται να πέσω για ύπνο αν δεν σου πω δυο πράγματα:

I LOVE THIS SHOW!

Η συγκίνηση και η ταύτιση που ένιωσα απόψε με τον Πορτογάλο δεν περιγράφεται. Μπορεί να τάχθηκα ανοικτά υπέρ του Ιταλού και να στεναχωρήθηκα που δεν κέρδισε, αλλά θα ήταν κρίμα κι άδικο η αλήθεια (που λέει και η Άννα Βίσση) αυτού του ανθρώπου να πάει χαμένη ή να περάσει ξώφαλτσα απ' τη νίκη. Την σωστότερη κουβέντα είπε ο Σωτηράκης στα επινίκεια: «Η μουσική δεν είναι βεγγαλικά, σκηνικά και μαζική παραγωγή σουξέ. Η μουσική είναι συναίσθημα!» Ν’ αγιάσει το στόμα σου γιόκα μου και εύχομαι να εισακουστείς στα ώτα όλων των επίδοξων συνθετών για του χρόνου.

Όχι πες μου! Πόσα χρόνια γράφω εδώ ότι πρέπει να επενδύσουμε στη λαϊκή μας παράδοση, στη γλώσσα μας και στο ξακουστό λαϊκό τραγούδι που μιλούν πρωτίστως στην καρδιά; Scripta manent, κύριοι. Ανατρέξτε στις προηγούμενες μου αναρτήσεις διά του λόγου το αληθές. Κάθε χρόνο μοιράζομαι τον διακαή μου πόθο να στείλουμε ένα τραγούδι με λυρισμό και εθνική ταυτότητα. Τι κάνουμε αντ’ αυτού; Στέλνουμε σουηδικά σουξέ που δεν πείθουν ούτε καν αυτούς που τα γράφουν, πόσο μάλλον εμάς που τα αγοράζουμε.

Κι άντε τώρα να ανοίξουμε το θέμα ‘εθνική ταυτότητα’ της Κύπρου και να γίνουμε ξανά ομαδικώς από δυο χωριά χωριάτες. Γιατί προφανώς δεν εννοώ να στείλουμε ούτε την Κυριακού Πελαγία, ούτε τον άλλον τον γέρο που τραγουδά τη Γαουρίτσα (το όνομα του οποίου μου διαφεύγει αυτή τη στιγμή).

Ξέρουμε από τώρα τι έχει να γίνει του χρόνου, βέβαια. Θα στείλουν όλοι παραδοσιακά τραγούδια, βαρετές μπαλάντες, και από το ένα άκρο θα περάσουμε στο άλλο. Ε, μα αργήσαμε, μάνα μου! Το θέμα είναι να πηγαίνεις κόντρα στις τάσεις των υπολοίπων την κατάλληλη στιγμή. Όπως έγινε φέτος, που είτε τη Σερβία άκουγες, είτε τη Νορβηγία ένα και το αυτό. Τώρα που δόθηκε το σύνθημα από τον Πορτογάλο είναι αργά, κάτσε εκεί που κάθεσαι, μείνε στο eurodance.

Όπως και να ‘χει: Χάρηκα γιατί η αποψινή Γιουροβίζιον μου θύμισε Γιουροβίζιον των παιδικών μου χρόνων. Τότε που είχε συμφωνική ορχήστρα και ένα σκηνικό για όλους. Που άκουγες 22 διαφορετικές γλώσσες και έμπαινες στη διαδικασία να τις απομνημονεύσεις και να εξοικειωθείς με άλλες κουλτούρες. Δόξα συ ο Θεός, αργά ή γρήγορα επιστρέφουμε στην ουσία του πράγματος.

Η Πορτογαλία είναι μια πανέμορφη χώρα, ίσως η τρίτη αγαπημένη μου που έχω επισκεφτεί. Οι Πορτογάλοι συμπαθέστατοι σαν άνθρωποι, και αν και πιο φτωχοί και ελαφρώς πιο βλάχοι από τους συγγενείς τους, Ισπανούς, εν τούτοις διαπνέονται από μία περηφάνεια για την καταγωγή τους που τους καθιστά πολύ αριστοκρατικούς. Είχα πάει ταξίδι στη Λισαβόνα το 2007 και έφυγα με τις καλύτερες εντυπώσεις. Αν δεν κόστιζε μια περιουσία να πας στην άλλη άκρη της Ευρώπης θα την επισκεπτόμουν κάθε 2-3 χρόνια για κούρα. Επίσης, οι Πορτογάλοι μου είναι συμπαθείς γιατί μπορεί μεν να πατώνουν τόσα χρόνια στη Γιουροβίζιον αλλά κατά καιρούς έστειλαν και τραγούδια - ύμνους, όπως το 1984, το 1988, το 1996, αλλά και το υπέρτατο Conquistador του 1989, που μπορεί να ήταν η επιτομή του κιτς, αλλά το έχω μέσα στην καρδιά μου.



Λίγα γενικά σχόλια πριν πέσω ξερός:

Η Ντέμυ πήγε άσχημα, ας προβληματιστούν και στην Ελλάδα γιατί μία ζεμπεκιά του Γιώρκα, μία λύρα των Παπαρίζου και Αλκαίου χτυπούν πρωτιά και δεκάδα, ενώ αυτή η κατά τα άλλα υπερπαραγωγή πέρασε και δεν ακούμπησε. Η φάτσα του Κοντόπουλου την ώρα της ψηφοφορίας που το φυσούσε και δεν κρύωνε, όλα τα λεφτά!

Ο Χοβίγκ πήγε καλύτερα από ό, τι περίμενα, θα μπορούσε να ήταν στα τρία τελευταία.

Πιάστηκε η καρδιά μου κάποια στιγμή, όταν έβλεπα τη σταθερότητα με την οποία ψηφιζόταν ο Βούλγαρος. Λέω, Παναγία μου, θα πάθουμε όπως με την Ουκρανία πέρσι. Που ήταν σταθερά στη δεύτερη θέση και στο τέλος συμψηφίστηκε με την τηλεψηφοφορία και έφαγε τον πρώτο. Εννοείται ότι δεν αντέχω να βλέπω τη φάτσα εκείνου του μαλακιστηρίου. Δεκαεφτά χρονών νιάνιαρο και τραγουδά λες και έχει ζήσει τα απίστευτα με εκείνη τη φλώρικη φάτσα. ΝΟ! Just NO! Αν κέρδιζε η Βουλγαρία θα έσπαγα την τηλεόραση.

Επίσης, κάποτε πρέπει να τελειώνουμε με τη Ρουμανία και τη Μολδαβία που ό, τι μαλακία στείλουν πάνε καλά γιατί τους ψηφίζουν οι συμπολίτες τους που μετανάστευσαν ανά την Ευρώπη. Δεν γίνεται στον ίδιο διαγωνισμό να κερδίζει το ποίημα της Πορτογαλίας αλλά να πλασάρονται στη δεκάδα τραγούδια με νύφες και γαμπρούς και κανόνια που εκτοξεύουν κομφετί και τραγουδούν yodel it, yodel it, ole ole ole ah ah. Είναι αντιφατικό, ακυρώνει το αποτέλεσμα. Αν ήμουν εγώ ο υπεύθυνος του Διαγωνισμού θα πυροβολούνταν στο πόδι πριν μπουν στο στάδιο.   

Ο αποψινός τελικός ήταν μια συνέχεια των χάλια ημιτελικών από άποψη ροής προγράμματος και  συγγραφικής ευφυίας. Ούτε στο δαχτυλάκι δεν πλησίασε τη διοργάνωση του 2016. Το ότι ο Αυστραλός μας έδειξε τον κώλο του δεν ήταν τυχαίο γεγονός. Προγράμματα του κώλου τα οποία κατάντησαν να ταυτίζονται με τον σεξουαλικό προσανατολισμό των θεατών τους και τα οποία κάθε χρόνο αντί να εστιάζουν στη μουσική, εστιάζουν στο πώς θα πατρονάρουν όλους τους υπόλοιπους με διδακτισμό περί διαφορετικότητας, ρατσισμού και διεθνισμού, αυτή την αντιμετώπιση αξίζουν. Και εις κατώτερα.

Για να μην κλείσω όμως αρνητικά, θα εστιάσω στα θετικά. Κέρδισε επιτέλους ένα καλό τραγούδι μετά από πάρα πολλά χρόνια (και όχι το Euphoria δεν το κατατάσσω μέσα σ’ αυτά) και μας έμεινε κληρονομιά και το ιταλικό που αν μη τι άλλο, είναι τόσο ραδιοφωνικό και φιλικό στ’ αφτιά που θα το ακούμε όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Έχει ξαναγίνει. Και το 1995 μπορεί να κέρδισε το Nocturne και δικαίως, αλλά όλοι το Vuelve Conmigo παίζουμε και ξαναπαίζουμε.
  

Παρασκευή, Μαΐου 12, 2017

Μακεδονικός Χαλβάς

Από τη χθεσινοβραδινή μου εμπειρία από τον δεύτερο ημιτελικό, ένα πράγμα θα μου μείνει.
Το γεγονός ότι ο Τάσος Τρύφωνος προσφώνησε τη συμμετοχή της ΠΓΔΜ ως Σκόπια. Μα, καιρός ήτανε κάποιος να το τολμήσει. Ως πότε θα συνεχίζουμε αυτή τη γελοιότητα της ονομασίας; Κάποτε πρέπει να αποφασίσουμε. Είτε θα τους αποκαλούμε Σκοπιανούς, είτε Μακεδόνες, είτε να βρεθεί ένα τρίτο, ουδέτερο όνομα που να μπορώ να το πω με μία λέξη. Αυτό το ενδιάμεσο, το σιδηροδρομικό, το «ΠΓΔΜ», που δεν εξυπηρετεί κανέναν πλην των ξένων δυνάμεων που ξεμπερδεύουν με το να έχουν ήσυχο το κεφάλι τους, είναι μια μαλακία και μισή. Είναι πολιτικά ορθό, αλλά πρακτικά δύσκολο. Τι θα λέω δηλαδή; Πάω να πιω καφέ με μία φίλη μου Φυρομίτισσα; Καλώς τον Φυρομίτη; «Από πού μας τηλεφωνείτε; Από τη ΦΥΡΟΜ; Η αγαπημένη μου πόλη!» Μήπως έχει οποιοσδήποτε τη ψευδαίσθηση ότι θα βρεθεί άνθρωπος φυσιολογικός να πει «πόσο πολύ θα ήθελα να πάω ένα τριήμερο στην Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας;!» Ώσπου να το πεις, πέθανες.

Τόλμησα που λέτε κι εγώ ο άμοιρος να γράψω ένα τουίτ στο οποίο εκθείαζα την τόλμη του Τάσου Τρύφωνος να αποκαλέσει την ΠΓΔΜ ως Σκόπια. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έλαβα γνώση ότι κάποιος με έκανε retweet παραθέτοντας το εξής σχόλιο: «Ιδού η απόδειξη ότι οι Τούρκοι το 1974 έκαναν μισές δουλειές!»

Δεν είναι η πρώτη φορά που έκπληκτος διαπιστώνω ότι μία μεγάλη μερίδα Ελλαδιτών συμπλέουν με τα ξένα συμφέροντα αντί με τα δικά τους. Μου έχει ξανατύχει να συγκρουστώ στο παρελθόν με μια συμφοιτήτριά μου εξ Ελλάδος για το θέμα των Σκοπίων, η οποία έσπευσε να με ενημερώσει στο Facebook ότι τα Σκόπια έχουν όνομα, λέγονται ΠΓΔΜ, και να μην τολμήσω να τους ξανά-αποκαλέσω έτσι, γιατί «σκέψου πως μπορεί να νιώθουν κι αυτοί οι καημένοι που τους κοτσάραμε ένα όνομα που δεν τους αρέσει, που δεν τους εκφράζει». Το γεγονός ότι στην ΠΓΔΜ έχουν οικειοποιηθεί και διαστρεβλώσει την ιστορία, μετέτρεψαν όλο το αστικό κέντρο σε σουβενίρ shop του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τυπώνουν χάρτες στους οποίους συμπεριλαμβάνεται η Καβάλα και η Θεσσαλονίκη υπό την κυριαρχία τους, περνά στα ψιλά. Γιατί πάνω από όλα «σκέψου πως μπορεί να αισθάνονται οι καημένοι». Όσκαρ εξωτερικής πολιτικής!

Εννοείται ότι τη μαντάμ τη διέγραψα με συνοπτικές. Έχω ξεπεράσει προ πολλού την ηλικία που έκανα υπομονή με τους βλάκες χάριν αποδοχής της διαφορετικής άποψης. Άλλο η διαφορετική άποψη πάνω σε εδραιωμένα, κοινά αποδεκτά γεγονότα που αποδεικνύονται ιστορικά και επιστημονικά, άλλο η διαφορετική άποψη που βασίζεται σε συναισθηματική ανισορροπία. Ουστ, στο καλό και να μας γράφετε.

Έχω απογοητευτεί, όχι επειδή τώρα βρέθηκε ένα ηλίθιο συριζόπουλο να μου πει ότι έπρεπε να μας σφάξουν οι Τούρκοι το ’74, αλλά επειδή συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει πλέον ελληνισμός. Δεν γίνεται να κόπτομαι εγώ για την Ελλάδα πιο πολύ από τον Ελλαδίτη. Δεν γίνεται να εκτουρκεύεται η Θράκη, να παραβιάζεται καθημερινά το Αιγαίο, να έχουν φτάσει τα πλοία μέχρι το Σούνιο, να έχει χαθεί το όνομα Μακεδονία και παρόλη την εθνική ξευτίλα να εξακολουθεί να υπάρχει κόσμος που να μου απαντά κατ’ αυτόν τον εχθρικό τρόπο. Λες και δεν είναι τα δικά του (μας) συμφέροντα που υπερασπίζομαι. Να με έβριζε ένας Σκοπιανός, να το καταλάβω. Μα, Έλληνας;!

Τι υπόκοσμος! Έχω κι άλλη παρόμοια ιστορία να σου πω. Κάποτε, προ Μπρέντας, είχα ένα νταλαβέρι με μία Συριζαία. Τότε εγώ δεν ήξερα τι πάει να πει ΣΥΡΙΖΑ βέβαια, ούτε καν τι πάει να πει αριστερά. Εγώ μετά την προεδρία του Χριστόφια το 2008 κατάλαβα ότι υπάρχουν αριστεροί κι άρχισα να προσπαθώ να τους καταλάβω. Στο σόι μου, στον κύκλο μου, στο σχολείο μου, δεν είχαμε αριστερούς. Κι αν είχαμε, δεν τολμούσαν να εκφραστούν. Γενικότερα δεν ερχόμουν σε επαφή με κόσμο που δεν ενστερνίζεται την ελληνικότητα. Όταν άκουγα για αριστερούς νόμιζα πως συζητούμε για τους αριστερόχειρες. Τέλος πάντων. Αυτή η Συριζαία γκόμενα, λοιπόν, μου είχε πει κάποτε ότι με συμπαθούσε επειδή όταν σπουδάζαμε στην Αγγλία έκανα παρέα με ξένους αντί με Έλληνες. Το είχα βρει λίγο παράξενο εκ μέρους της, πρώτον γιατί έκανα παρέα με πολλούς Έλληνες (δεν είχα θέμα), αλλά και επειδή δεν επέλεγα τους φίλους μου βάσει εθνικότητας. Ναι μεν μ’ άρεσε να συναναστρέφομαι με ξένους, αυτή ήταν και η γοητεία του να ζεις στο εξωτερικό άλλωστε, αλλά δεν το έκανα επί τούτου. Όλοι οι καλοί χωρούσαν.

Εκεί που άρχισα να υποψιάζομαι ότι κάτι δεν πάει καλά με δαύτην, ήταν όταν μου είχε πει ότι πρέπει να σταματήσουμε να κάνουμε παρέα με τους Έλληνες που ήταν στην ολότητά τους κουτσομπόληδες και κακεντρεχείς, και να συναναστρεφόμαστε εξ ολοκλήρου με ξένους. Μου είχε πει ότι θα με σύστηνε στους ξένους φίλους της, όπερ και εγένετο μια νύχτα με φεγγάρι. Επρόκειτο για έναν Κοσσοβάρο, έναν Αλβανό κι έναν Πακιστανό. Με τον τελευταίον είχαν υπάρξει και ζευγάρι. Καλά ρε χρυσή μου, (είπα από μέσα μου), μέσα σε ολόκληρο campus με Γάλλους, Ιταλούς, Ισπανούς, Πορτογάλους εσύ έδεσες με τον Αλβανό και τον Πακιστανό; Μ΄αυτούς βρήκες κοινό έδαφος να συνυπάρξεις; Εντάξει, περίεργο μου ακούστηκε, όχι όμως και αδύνατον. Μπορεί όντως να επρόκειτο για προσωπικοτάρες. Περί ορέξεως άλλωστε...  

Στο κακό ο νους μου πήγε όταν μια μέρα, ένα χρόνο μετά, μου ανακοίνωσε ότι ήθελε να με επισκεφτεί στην Κύπρο. Προσφέρθηκα να τη φιλοξενήσω, αλλά μου δήλωσε ότι δεν ένιωθε άνετα να μείνει σπίτι μου, και προτιμούσε να μείνει στο σπίτι μιας φίλης της στην Κερύνεια. Σε μία Τουρκοκύπρια φίλη της δηλαδή. Όταν της είπα ότι αν τολμούσε να περάσει στα Κατεχόμενα δεν θα υπήρχε λόγος να βρεθούμε και να κάνουμε παρέα, μου απάντησε ότι «καλός είμαι και του λόγου μου, όπως και η πλειοψηφία των Ελληνοκυπρίων που καταδυναστεύουμε τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων, που τους έχουμε απομονωμένους και τους αρνιόμαστε τα ευρωπαϊκά τους δικαιώματα» και κάτι τέτοιες ανυπόστατες αρλούμπες. Περιττό να σου πω τι ακολούθησε. Οχετός! Μέχρι και φίλους της κομματόσκυλα έβαλε να μου στέλνουν ειρωνικά μηνύματα στο Facebook για να την υποστηρίξουν (επειδή η συζήτηση έγινε δημόσια στο wall της – πολύ κακώς – αλλά ήταν οι εποχές που ο κόσμος έγραφε ακόμα άφοβα στα wall του άλλου και δεν κατέφευγαν στα private messages ακόμα και για ένα απλό «χρόνια πολλά»).

Εν πάση περιπτώσει, αυτά στα λέω γιατί κάπου εκεί άρχισα να καταλαβαίνω τι πάει να πει αριστερά και τι πάει να πει ΣΥΡΙΖΑ. Αυτοί κυβερνούν σήμερα και φυσικά δεν έπιασαν την εξουσία με το ζόρι. Κάποιοι ανοιχτομάτηδες τους ψήφισαν. Θα μου πεις, και τι να ψήφιζαν; Το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ που τους κατέστρεψαν; Δεν ξέρω. Εγώ ξέρω ότι τώρα τρώνε στη μάπα ένα 3ο μνημόνιο και δεν προβλέπεται να έχουν ξεμπερδέψει από αυτό, ούτε τα δισέγγονά τους, ενώ ο φιλεύσπλαχνος ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν απάλυνε τον πόνο τους, αλλά τον χειροτέρεψε με τη βλακώδη αντίληψη που έχει για την πολιτική πραγματικότητα. Μόνο η Ελλάδα θα μπορούσε να το καταφέρει αυτό. Κύπρος, Ιρλανδία, Πορτογαλία ξεμπέρδεψαν με το μνημόνιο. Μόνο η Ελλάδα θα μπορούσε να οδεύει ακάθεκτη και προς ένα 4ο.

Άμα μου λένε ότι οι Τούρκοι έπρεπε να μας είχαν σφάξει το ’74 (που εν μέρει συμφωνώ αν αυτό θα σήμαινε ότι σήμερα δεν θα ζούσαμε αυτά τα χάλια), τους θυμίζω το μνημόνιο. Μπορεί να μην τους κόφτει που τους μειώνουν καθημερινά την αξιοπρέπεια, αλλά μην τυχόν και τους υπενθυμίσεις την τρύπια τσέπη! Εξακριβωμένο! Τους πονά περισσότερο το οικονομικό παρά η εθνική τους αξιοπρέπεια. Και δεν ξέρουν και τι να σου απαντήσουν. Ούτε οι Ελλαδίτες, ούτε οι Κύπριοι. Γι αυτό άλλωστε φτάσαμε αμφότεροι στον πάτο και ιδού η περίτρανη απόδειξη ότι επί της ουσίας είμαστε ο ίδιος, χαμηλού επιπέδου, παραδόπιστος λαός.


Μα, τι λέγαμε; Για τη Γιουροβίζιον; Α, ναι μωρέ! Δεν το χωνεύω το ότι δεν πέρασε η Εσθονία! Αυτά. 

Τετάρτη, Μαΐου 10, 2017

Ουκρανίου Τόπος

Μα, τι θέλεις να σου γράψω κι εγώ ο καημένος για τον πρώτον ημιτελικό;

Ένα βλαχοπρόγραμμα με τα όλα του, χειρότερο σε παραγωγή και κάλυψη και από την πρώτη φορά που διοργανώθηκε στην Ουκρανία το 2005. Καλά να πάθουμε όμως που καθόμαστε και ψηφίζουμε τριτοκοσμικές χώρες και προσδοκούμε ύστερα σουηδικά, τηλεοπτικά μεγαλεία. Τι να σου κάνουν και οι Ουκρανοί; Ακόμα δεν συνήλθαν απ’ τον πόλεμο, η πρωτοτυπία στη Γιουροβίζιον τους μάρανε. Έναν αχταρμά είδαμε χθες βράδυ. Ένα τουρλού-τουρλού από όλα τα editions των προηγούμενων χρόνων στη συσκευασία του ενός.

Από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις. Ο εκθεσιακός χώρος όσο κι αν σουλουπώθηκε για να θυμίζει στούντιο, πάλι παρέπεμπε σε αποθήκη του ΙΚΕΑ καλυμμένη με σεντόνια. Και οι Δανοί σε εγκαταλελειμμένο ναυπηγείο το διοργάνωσαν το 2014 βεβαίως, αλλά οπτικά κατάφεραν και μας ξεγέλασαν. Οι Ουκρανοί ολωσδιόλου. Οι παρουσιαστές ήταν οι χειρότεροι όλων των εποχών, σαν οικοδόμοι με παπιγιόν, μην σχολιάσω την αγγλική προφορά που μου θύμισε τη Βουγιουκλάκη στο «πιο λαμπρό αστέρι» που προσπαθούσε να προφέρει το μπονσουάρ με γαλλική προφορά. Κανένα κύρος, καμία επιβλητικότητα, καμία πνευματικότητα εκ μέρους τους.

Οι καρτ ποστάλ, επίσης απογοητευτικές, αλλά τι να λέμε… Εδώ δεν είχαν λεφτά να στείλουν συνεργεία στις συμμετέχουσες χώρες να τα γυρίσουν οι ίδιοι και παρακαλούσαν τους εθνικούς σταθμούς να τσοντάρουν με πλάνα. Ένα αρχοντοχωριάτικο σόου με τη βούλα. Δείτε το, όμως, γιατί και στην Κύπρο υπό αυτές τις προδιαγραφές θα διοργανωθεί αν μια μέρα κερδίσουμε. Να είστε προετοιμασμένοι.

Υπάρχουν βέβαια και τα ευχάριστα. Η πρόκριση της Ελλάδος (αναμενόμενη) και της Κύπρου (που παιζόταν). Τολμώ να πω ότι η εμφάνιση της Ντέμυ ήταν κατώτερη των προσδοκιών μου, ενώ αντίθετα του Χοβίγκ πολύ ανώτερη αυτών. Το ότι το «ολόγραμμα» της Ντέμυ εμφανίστηκε στον «αντίστροφο καταρράκτη» και «ανυψώθηκε» μόνο ο Φωκάς που το σκέφτηκε το κατάλαβε. Εκείνο το πράμα έμοιαζε με φωτογραφία ultrasound από έμβρυο που κολυμπά στη μήτρα. Η δε ανύψωση με το ασανσέρ, περιττή. Αν είναι να αναστηθείς σαν τον Ιησού, ανυψώσου στα 5-6 μέτρα να το ευχαριστηθούμε. Να ανυψωθείς στο ένα μέτρο σαν να ανέβηκες στην καρέκλα του γραφείου να αλλάξεις τη λάμπα που τρεμοπαίζει δεν είναι ακριβώς αυτό που λέμε «φαντασμαγορία».

Ο Χοβίγκ όμως, κύριος. Μπορεί να ξεπατίκωσε ιδέες από το Βέλγιο του 2015 και της Ρωσίας πέρσι, αλλά αυτά μόνο οι σκληροπυρηνικοί φανς τα θυμούνται. Ο μέσος τηλεθεατής εκείνη την ώρα ολίγον κόπτεται για την παρθενογένεση στην τέχνη. Η ερμηνεία του ήταν δυνατή, η χορογραφία του στιβαρή, δικαίως προκριθήκαμε. Μας σκάσανε ώσπου να μας ανακοινώσουν πάλι, αλλά μπορώ να πω ότι από όλο το σόου, εκείνο το πένταλεπτο όλο κι όλο άξιζε να βιώσεις. Τώρα στον τελικό δεν ξέρω τι θα κάνει η Κύπρος. Πιστεύω ότι είτε θα καταλήξουμε μέσα στα τρία τελευταία ή στα τρία πρώτα. Μάλλον στα τελευταία. Μέση πάντως δεν υπάρχει.



Μετά τη θέαση όλων των τραγουδιών και του αποσπάσματος της πρόβας της Ιταλίας έχω να σου πω ότι η νίκη της δεν είναι δεδομένη. Βλέπω τον Πορτογάλο να βγαίνει από αριστερά και να κάνει την έκπληξη. Έχει κι αυτό το «στ’ αρχίδια μου η Γιουροβίζιον σας» ύφος που τον ανεβάζει πολύ. Όταν όλοι επενδύουν στα γραφικά, τα σκηνικά και τα ατσαλάκωτα θεάματα, αυτός βγαίνει να τραγουδήσει έτσι αχτένιστος κι άπλυτος λες και μόλις ήπιε το καφεδάκι του στο Σπίτι Συνεργασίας με τους Τουρκοκύπριους ή σαν να ήρθε από σύναξη του ΣΥΡΙΖΑ στον Βόλο και μας υπενθυμίζει την ουσία του πράγματος: το τραγούδι. Αυτή η «πρόταση» μπορεί και να αποδειχτεί σωτήρια σε μια έξαρση αυτοκαταστροφής του μέσου γιούροφαν. Τώρα, αν οι Πορτογάλοι είναι διατεθειμένοι να διοργανώσουν τον Διαγωνισμό του χρόνου, ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.

Πριν κλείσω να δώσω και τα εύσημα στον Τάσο Τρύφωνος και την Χριστιάνα Αρτεμίου. Η αλήθεια είναι ότι απογοητεύτηκα με την αντικατάσταση της Μελίνας Καραγεωργίου που την αγάπησα με τα χρόνια στον ρόλο του σχολιαστή με τον μετρημένο, δημοσιογραφικό λόγο της. Όταν άκουσα ότι το ΡΙΚ προσέλαβε το πιο πάνω ραδιοφωνικό δίδυμο για φέτος, η πρώτη μου αντίδραση ήταν «Α, Παναΐα μου!» Αλλά ομολογώ ότι προέκυψαν κι αυτοί ανώτεροι των προσδοκιών μου. Προσέγγισαν εγκυκλοπαιδικά τον Διαγωνισμό, δεν ενέδωσαν στην ευκολία του σαχλού χιούμορ, διάβαζαν προσεγμένα και καλά προβαρισμένα κείμενα (δυο-τρία σαρδάμ που ακούστηκαν τα δικαιολογώ, πρώτη φορά ήταν…) και δεν αυτοσχεδίαζαν (αυτό κι αν το φοβόμουν).  Ειδικά η Αρτεμίου, που όταν την ανακαλώ στο μυαλό μου εμφανίζεται είτε με την κυπριακή στολή να μου μιλά για «πατατούδες» είτε με φτηνή περούκα του Jumbo να προσποιείται την ηθοποιό στην αθλιότητα του Fakate Tous, στάθηκε «στον πούντον της» και ήταν αναπάντεχα ευχάριστη. Στην αρχή μάλιστα αδυνατούσα να αναγνωρίσω πως αυτή η ωραία φωνή με τα στρωτά Ελληνικά ήταν δική της. Η Γιουροβίζιον κουβαλά αρκετό trash από μόνη της, ευτυχώς οι δυο τους δεν του προσέδωσαν περισσότερο. Μια χαρά!


Εννοείται στα διαλείμματα έβλεπα Survivor. Μα τι θα γίνει με αυτόν τον Ντάνο; Πότε θα τον αποκαθηλώσετε από λαϊκό ίνδαλμα και να καταλάβετε πόσο κόμπλεξ κουβαλά πάνω του; Χθες κέρδισε στο τελικό αγώνισμα σε ένα παιχνίδι που θύμιζε μπόουλινγκ και έκανε λες και σκότωσε τη Λερναία Ύδρα, το λιοντάρι της Νεμέας και όλες τις Στυμφαλίδες Όρνιθες μαζί. Ήμαρτον κάπου γιε μου. Στο Survivor Gr είσαι, δεν κέρδισες και το χρυσό στους Ολυμπιακούς του Τόκυο!

Δευτέρα, Μαΐου 08, 2017

Η Γιουροβίζιον Στις Εποχές Της Βαρετής Τελειότητας


Επειδή είμαι πολλές ώρες έγκλειστος στο σπίτι εξ αιτίας του μωρού, αλλά και επειδή είμαι αναγνωρισμένο Eurovision freak, αλλά και επειδή λατρεύω να φτιάχνω βιντεάκια στον υπολογιστή μου, έκατσα ξανά και δημιούργησα ένα χρονικό από το 1981 μέχρι σήμερα (το οποίο μου πήρε 15 μέρες για να τελειοποιήσω, αφού περιέχει εκτός από τις εμφανίσεις της τελικής βραδιάς και αποσπάσματα από βίντεο κλιπς και παρασκήνια), και το οποίο στο παρουσιάζω περήφανα σήμερα ως δώρο, προκειμένου να εγκαινιάσουμε την πιο ενδιαφέρουσα τηλεοπτική εβδομάδα που ξεκινά επίσημα αύριο Τρίτη.

Το βίντεο αυτό δεν είναι ένα απλό βίντεο όπως θα διαπιστώσετε όσοι αντέξετε να το δείτε. Είναι η καταγραφή της σύγχρονης τηλεοπτικής ιστορίας της Κύπρου από τη μέρα που γεννήθηκα ως σήμερα. Είναι ένα ψυχολογικό θρίλερ, αφού μέσω αυτού συνειδητοποιώ πόσο μου λείπει η δεκαετία του ’80 και ’90, τα παιδικά μου χρόνια και η αθωότητα εκείνων των εποχών. Μπορεί να το έχω παρακολουθήσει ήδη 100 φορές αλλά πάντα συγκινούμαι σε σημεία, ειδικά στο Απόψε Ας Βρεθούμε που ήταν το soundtrack του γάμου μου και στο Μιλάς Πολύ που παίζει και η Μπρέντα μου ως προσκοπάκι. Για το Μόνο η Αγάπη, δεν υπάρχουν λόγια, είναι μέσα στα 5 καλύτερα μου, όλου του διαγωνισμού, όλων των χωρών.  

Σκέψου ότι, τη δεκαετία του ’80 δεν είχαμε πρόσβαση στα μουσικά ακούσματα των ξένων χωρών. Η Γιουροβίζιον ήταν η μόνη διέξοδος. Δεν μπορούσαμε να ξέρουμε πως ακούγονται τα γιουγκοσλάβικα, τα φινλανδέζικα, τα πορτογαλικά. Και εκείνη η εποχή του χρόνου, από το Πάσχα και μετά, όταν το ΡΙΚ μετέδιδε τα «φιλμάκια» ήταν για εμάς άνοιγμα στον κόσμο. Μην κοιτάς τώρα που με το ίντερνετ ο κόσμος μίκρυνε. Τότε ήταν «σπουδαίο» το ότι ακούγονταν τα Ελληνικά και κυμάτιζε η κυπριακή σημαία στη διοργάνωση του Όσλο, των Βρυξελλών κτλ. Την επόμενη μέρα οι εφημερίδες καταμετρούσαν ποιες χώρες μας ψήφισαν και πολλές φορές συνέδεαν τις ψήφους ανάλογα με την πολιτική κατάσταση των ημερών. Εντάξει, και σήμερα γίνεται αυτό αλλά σε μικρότερο βαθμό και δεν του δίνεται καν μιντιακή κάλυψη. Τότε, λέμε, είχαμε ολόκληρες αναλύσεις σε στήλες εφημερίδων για το «3» της Γαλλίας στην Κύπρο που ήταν λίγο, και για το «7» των Σκανδιναβών που μας αγαπάνε επειδή μας επισκέπτονται τα καλοκαίρια.

Για μένα που τότε διένυα την πρώτη μου νιότη, αυτά φάνταζαν εντυπωσιακά σε διπλωματικό επίπεδο. Εκεί μεγεθύνθηκε στο μυαλό μου η γιουρο-φάση και μόλις τα τελευταία χρόνια άρχισε λίγο να ξεφουσκώνει. Ξεφουσκώνει κυρίως για τον εξής λόγο: Πλέον, η Γιουροβίζιον μπορεί να παραμένει ένα εντυπωσιακό σόου αλλά δεν είναι το μοναδικό. Βλέπουμε σε κάθε τηλεοπτική σεζόν από τρία τουλάχιστον μουσικά φορμάτ, από Voice, Star Academy, Greek Idol, X factor κι ό,τι θες, που ένας ακόμα διαγωνισμός τραγουδιού, έστω και διεθνής, δεν είναι κάτι που ψοφάμε να δούμε. Τη δεκαετία του ’80 - ’90, εκτός της Γιουροβίζιον ζήτημα να βλέπαμε αποσπάσματα από MTV Awards σε κάποιο ένθετο καμιάς μουσικής εκπομπής. Ήταν, δικαίως, το highlight της χρονιάς.

Επιστρέφω στα σχετικά. Βλέποντας το χρονικό, στέκομαι ιδιαίτερα στην ανάγκη μας τότε, ως λαού και ως ΡΙΚ να προβάλουμε το κυπριακό πρόβλημα μέσω του διαγωνισμού. Μπορεί σήμερα να θεωρείται πασέ, ξοφλημένο και «χωρκάτικον», αλλά τότε είχε τεράστια σημασία να δείξουμε λίγο συρματόπλεγμα στο βίντεο κλιπ του τραγουδιού μας, να βάλουμε την Ευρυδίκη να απελευθερώσει ένα περιστέρι, να τραγουδήσει ο Χατζηγιάννης για την προδοσία «στη δύση του αιώνα», να δακρύσει η Χαρά Κωνσταντίνου βλέποντας τα χαλάσματα στην πράσινη γραμμή, να δείξουμε τη γιαγιά που πλέκει κέντημα. Πλέον αυτά τα γραφικά, έχουν σχεδόν δαιμονοποιηθεί. Εκτός του ότι οι εντολές που έρχονται από «πιο πάνω» είναι το Κυπριακό να θεωρείται λήξαν, (αφού οι Τούρκοι είναι πιο αδελφοί και από τους αδελφούς μας), τα τραγούδια δεν έχουν ίχνος εθνικής ταυτότητας. Τα τελευταία χρόνια, ως γνωστόν, τα γράφουν οι Σουηδοί σε αγγλικό στίχο, πάμε συμπαθητικά και ευχαριστιούνται όλοι.

Δες όμως με τι τραγούδι κέρδισε πέρσι η Ουκρανία, και πάρε επιπλέον παράδειγμα φέτος από τον Πορτογάλο που θα τραγουδήσει ένα υπέροχο φάντο στη μητρική του γλώσσα και φλερτάρει με την πρωτιά για πρώτη φορά στην ιστορία της Πορτογαλίας. Πόσες φορές να τα πω, λες και ιδρώνει το αφτί κανενός; Αφού αν δεν ήμασταν ομαδικώς βλήματα δεν θα κάναμε αυτή τη συζήτηση τώρα. Η αλλοτρίωση του Έλληνα της Κύπρου τα τελευταία είκοσι χρόνια είναι τόσο εξόφθαλμη, απογοητευτική και τρομαχτική που ακόμα και στη Γιουροβίζιον κραυγάζει. Προσωπικά, σαν φανατικό του Διαγωνισμού κατάφεραν να με απομακρύνουν τόσο πολύ από τις κυπριακές συμμετοχές, τόσο άοσμες, άχρωμες και άγευστες που τις κατάντησαν, που ναι μεν στεναχωριέμαι άμα καταποντιζόμαστε, αλλά ταυτόχρονα σκέφτομαι «καλά να πάθουμε, να μάθουμε».

Τέλος πάντων. Αναγνωρίζω ότι σήμερα το πρόγραμμα είναι πολύ μπροστά τεχνολογικά, αλλά σαν το πιο...παρακμιακό "τότε" δεν έχει. Ακόμα και η αγωνία για το αν η ορχήστρα θα παίξει σωστά το τραγούδι χάθηκε. Ζούμε σε εποχές βαρετής τελειότητας. Αυτό.

Λοιπόν, για να τελειώνουμε, το ipod του αυτοκινήτου έβγαλε και για φέτος τη 10αδα. Ιδού για το 2017  αυτά που άκουσα περισσότερες φορές ως τώρα, αν και δεν είναι κατ’ ανάγκη τα καλύτερα, εντούτοις αυτά έπαιξαν, αυτά σου δείχνω, και το κομπιούτερ δεν μπορεί να κάνει λάθος.



Θα επανέλθω με σχολιασμούς ημιτελικών εν ευθέτω χρόνω.

Πέμπτη, Απριλίου 27, 2017

Η Δυστυχία Της Ευτυχίας

Δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν η έλευση του γιου μου έφερε μαζί της περισσότερη ευτυχία ή μελαγχολία και κατάθλιψη. Υπάρχουν στιγμές που συλλαμβάνω τον εαυτό μου να παρατηρώ το παιδάκι μου να παίζει μόνο του στο καρεκλάκι του, έτσι αθώο και ανυποψίαστο για τον κόσμο στον οποίον το έφερα, και πλημμυρίζω από απίστευτη χαρμολύπη που πολλές φορές μετατρέπεται σε πανικό, αϋπνία και πονοκέφαλο.

Από τη μέρα που συνειδητοποίησα την ευθύνη που έχω απέναντι σ’ αυτό το πλάσμα οι φόβοι μου πολλαπλασιάστηκαν. Κάποιοι αντιμετωπίζονται με βαθιές ανάσες και ψυχραιμία, αλλά υπάρχουν κι άλλοι που νομίζω θα χρειαστεί να καταφύγω σε ειδικούς για να τους ξεπεράσω. Για παράδειγμα, οι φόβοι μου για το μέλλον της Κύπρου έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Οι ειδήσεις κάποτε με άφηναν παγερά αδιάφορο, πλέον μου προκαλούν πανικό. Όταν ακούω για Ακκιντζί, Τουρκία, Ερντογάν, Μπαρμπαρός, Αγαθονήσια, πιάνω το μωρό πάνω μου και κάνω πρόβα το πώς μπαίνουν στη βάρκα.

Ομοίως, εντάθηκαν οι οικολογικές μου ανησυχίες. Διαβάζω για παγόβουνα που βυθίζονται, για τον πιο ζεστό Μάρτιο από καταβολής κόσμου, για λειψυδρία, για φαινόμενα απερήμωσης, κι αν αυτά στο παρελθόν με ανησυχούσαν σε ένα 20%, τώρα με ανησυχούν στο 2000%.

Το αστείο είναι ότι δεν αγχώνομαι για το αν το μωρό έφαγε καλά, αν κουτούλησε στην άκρη του κρεβατιού, για το αν κρύωσε, αν ήπιε νερό κατά λάθος στο μπάνιο, για το αν κοιμήθηκε καλά και τέτοια μαμαδίστικα. Έχω πιο υπαρξιακά και μακροπρόθεσμα προβλήματα. Τα δικά μου, τα προσωπικά μου βασικά, προβαλλόμενα πάνω του.

Όλο αυτό το άγχος, προσπαθώ να το καταπολεμώ, και τα καταφέρνω, αλλά το πληρώνω με εφιάλτες και όλα τα παραπάνω συμπτώματα που σου περιέγραψα. Γίνεται ψυχοσωματικό. Το αποκορύφωμα ήταν χθες, όταν καθώς έπαιζα με το μωρό παρατήρησα ένα εξόγκωμα στο κορμάκι του το οποίο ώσπου να επιβεβαιώσω ότι δεν ήταν τίποτα γέρασα 150 χρόνια μέσα σε 10 λεπτά. Τόσο πολύ, που όταν ανακουφίστηκα επιστρέφοντας στο γραφείο μου έγειρα πίσω στην πολυθρόνα σαν πυροβολημένος, σαν να είχε περάσει από πάνω μου σιδηρόδρομος και απλά κοίταζα το ταβάνι αδυνατώντας να μιλήσω για ώρες. Δεν μπορώ να διανοηθώ το πώς θα διαχειριστώ πραγματικά σοβαρές καταστάσεις στο μέλλον. Το τι έχει να γίνει όταν θα πάει σχολείο, όταν θα πάρει άδεια οδήγησης, κτλ δεν θέλω να το φανταστώ, μάλλον θα έχω πεθάνει από το άγχος νωρίτερα.

Ο γιος μου είναι ακόμα ένα βαθύτερο μάθημα για μένα. Αποδεικνύει ότι η μεγάλη ευτυχία είναι και κατάρα ταυτόχρονα. Αφού όταν τον κοιτάζω συνειδητοποιώ τη ματαιότητα των πάντων, του κόσμου, του σύμπαντος, της ανθρώπινης ύπαρξης. Συνειδητοποιώ ότι κάποτε, θέλω δεν θέλω, θα μεγαλώσει, ότι κάποτε θα πεθάνω και δεν θα μπορώ να τον χαίρομαι και να τον καμαρώνω. Ό, τι φοβόμουν δηλαδή ως παιδί απέναντι στους γονείς μου αλλά από την ανάποδη. Φτάνει μια ηλικία, βέβαια, που αρχίζεις και βαριέσαι τους γονείς σου, που αποτελούν εμπόδιο για τη δική σου ζωή και θέλεις να τους σφάξεις, ίσως να εύχεσαι και να πεθάνουν να ησυχάσεις, αλλά το αντίθετο δεν συμβαίνει επουδενί.

Κάτσε κάνε μου μαθήματα τώρα περί απόλαυσης της στιγμής, περί ζήσης του τώρα, του σήμερα και όχι του αύριο. Ναι, τις ξέρω αυτές τις παπάρες, τις αναγνωρίζω, έχετε απόλυτο δίκαιο, να ζήσει ο Κοέλιο να τον χαιρόμαστε, αλλά από παρηγοριά στον άρρωστο ώσπου να βγει η ψυχή του, χόρτασα. Θέλω εγγυήσεις, κύριος… Ότι αυτό που ζω θα διαρκέσει για πάντα, θα είναι πάντα τέλειο και δεν θα το βαρεθώ. Ούτε θα με βαρεθεί. Οτιδήποτε άλλο το αναγνωρίζω ως σωστό, λογικό κτλ, αλλά το ακούω και ολίγον βερεσέ.

Τα γράφω εδώ και τα βγάζω από το σύστημά μου, αμέσως νιώθω καλύτερα, αλλά δεν μπορώ να μην ομολογήσω ότι όταν τον αγκαλιάζω αντί για χαρά, νιώθω μια λύπη που εκτονώνεται με απανωτά ξεφυσήματα και σφιξίματα καρδιάς, σε βαθμό που νομίζω θα του σπάσω τα κόκκαλα από την πολλή την πίεση και θα τον βάλω μέσα στον θώρακα μου.

Θα με πεθάνεις άτιμε, θα με πεθάνεις!

Παρασκευή, Απριλίου 21, 2017

Ένα Μικρό Post Για Τον Στάθη Ψάλτη

Ο Στάθης Ψάλτης ήταν ο ηθοποιός της βιντεοκασέτας που μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά. Τη γενιά μου. Μπορεί να έπαιξε καταπληκτικά και άλλα θεατρικά είδη, η ερμηνεία του στην Επίδαυρο θεωρείται μνημειώδης, αλλά ας μην κοροϊδευόμαστε και μεταξύ μας, σαν ηθοποιός της βιντεοκασέτας καθιερώθηκε στη συνείδησή μας.

Όταν ήμουν μικρός, οι γονείς μου δεν μας άφηναν να βλέπουμε Στάθη Ψάλτη. Ήταν «βρωμόστομος» και βάσει των μεγάλων, επηρεαζόμασταν και υιοθετούσαμε το λεξιλόγιό του. Βέβαια, προκειμένου να τους αφήσουμε στην ησυχία τους συνέχιζαν να μας επιτρέπουν να νοικιάζουμε τις κασέτες του από το βίντεο κλαμπ. Οι ταινίες του συντρόφευαν ολόκληρα σαββατοκύριακα τα οποία περνούσαμε στο σπίτι της γιαγιάς με τα ξαδέλφια μου. Τις ταινίες τις βλέπαμε τη μία μετά την άλλη, back to back.

Στα καλοκαιρινά μας ταξίδια στην Αθήνα πάντα ζητούσα να με πάνε να δω τον Στάθη Ψάλτη στο θέατρο. Δεν είχα αφήσει Δελφινάριο για Δελφινάριο εκείνη την εποχή. Θυμάμαι και μερικούς τίτλους: «Αγαπάς τη Γελάδα; Απόδειξη!», «Καυκαλήθρες και Τσιτσίραυλα», «Έλληνες είστε και φαίνεστε». Την τελευταία την είχα δει σε έξοδο από την Ίλη ΥΕΑ το 1998.

Τα τελευταία χρόνια στεναχωριόμουν που τον έβλεπα να ξευτυλίζεται σε κάτι φτωχές, από κάθε άποψη, παραστάσεις στον Οθέλλο της Λεμεσού. Οι δε σπάνιες συνεντεύξεις του που πετύχαινα πού και πού στη Μενεγάκη παρουσίαζαν άνθρωπο με κατάθλιψη. Απέφευγα να τον δω.

Σήμερα που έμαθα ότι πέθανε στεναχωρήθηκα.

Ήσουν μία ένοχη απόλαυση Στάθη Ψάλτη. Σε ευχαριστώ.

Και επειδή ξέρω ότι αυτές τις μέρες θα πήξουμε στα «Κούλα, πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος», εγώ λέω να παραθέσω τη δική μου αγαπημένη σκηνή του Ψάλτη που δεν αποθεώθηκε όσο της άξιζε (Ξεκινά στο 1'50''):


Χα,χα,χα,χα! «Φίλοι Ρωμαίοι!» «Βρε, τι Ρωμαίοι, απ’ τα Σεπόλια είναι οι άνθρωποι!» Όποτε το δω, γελώ σαν να είναι η πρώτη φορά!  

Τετάρτη, Απριλίου 19, 2017

Τάχα Πάσχα

Τι Πάσχα ήταν κι αυτό.

Πάσχα χωρίς ανάσταση.

Μπορεί να ήταν το πρώτο μας Πάσχα με το μωρό, αλλά ήταν άλλο ένα Πάσχα τίγκα στα σόγια με άσκοπα τραπεζώματα, τα οποία σόγια μπορεί ολόχρονα να σφάζονται και να άλληλο-καταριούνται το ένα το άλλο, αλλά για έναν περίεργο λόγο τις Άγιες μέρες θυμούνται το αίμα που νερό δεν γίνεται και θέλουν να συναπαντηθούν, να τσουγκρίσουν τα αυγά τους σαν να μην τρέχει τίποτε. Και ποιος θα φταίξει που θα υποδείξει την υποκρισία και τη βαρεμάρα του πράγματος; Ο Αντίχριστος ο μούρμουρος φυσικά, που κοντεύει να φάει και την Ειρήνη την Παπαδοπούλου σε κάτι τέτοιες θεωρίες συνομωσίας.

Δεν φανταζόμουν ακριβώς έτσι την οικογενειακή μου ζωή. Εγώ ήξερα ότι Πάσχα και Χριστούγεννα φορτώνω την οικογένεια σε ένα αεροπλάνο και πάμε μόνοι μας στα εξωτερικά, χαιρόμαστε τον έρωτά μας και τον μεταγγίζουμε σαν ροδόσταγμα στο παιδί μας, το οποίο παίζει ξένοιαστο και αμέριμνο μες τες ευρωπαϊκές πρασινάδες καθώς στο βάθος κάπου αντιλαλούν παιάνες από συμφωνικές ορχήστρες.

Ε, όπως σου το περιέγραψα αυτό, πάρτο και φέρτο ανάποδα, για να κάνεις εικόνα πώς πέρασα εγώ φέτος το Πάσχα. Κατ’ αρχάς, να σου εξομολογηθώ ότι, (και όσο θέλεις περίπαιξέ μας), τη Δευτέρα του Πάσχα μη έχοντας που να παρκάρουμε την οικογένεια προκειμένου να κάνουμε bonding με τους κολλητούς (άλλους ταλαίπωρους οικογενειάρχες κι αυτούς), καταλήξαμε να συναντηθούμε στο Λούνα Παρκ του Παπαφιλίππου (διαβάζεται ψιθυριστά παρακαλώ), καθότι στα ευρύτερα καφέ της περιοχής γινόταν της κακομοίρας.

Αν δεν είχες μέχρι σήμερα την τιμή να περάσεις Πάσχα στον εν λόγω παιδότοπο, χάνεις! Όνειρο! Θέλω να σε διαβεβαιώσω ότι σε καταυλισμό προσφύγων περνούν με περισσότερη πραότητα τις μέρες και τις ώρες τους. Μα, πόσοι ταλαίπωροι μπορούν να στριμωχτούν κάτω από μιαν τέντα, όπου τα μωρά ουρλιάζουν συντονισμένα σε βαθμό που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν αυτό που σκούζει είναι το δικό σου; Σε αυτό το σκηνικό πρόσθεσε διάφορες γιαγιάδες που τις έβγαλαν από τη σαρκοφάγο να τις αερίσουν λόγω της ημέρας, σε συνδυασμό με αδιάφορους πατεράδες με δέκα τσιγάρα έκαστος στο στόμα να προσπαθούν να εστιάσουν στις οθόνες της Cytavision για να μάθουν το «πόσα-πόσα», και κάτι αλλοπρόσαλλες μανάδες με μαλλί κομμωτηρίου από τη Μ. Παρασκευή, που ξεκαθάριζαν εντόνως ότι «δεν έσιει άλλο παγωτό, εν θα φάεις τίποτε πόψε» και δώσε μας μια σφιχτή αγκαλιά. Τη χρειαζόμαστε.

Ο γιος μου έκλαιγε ενστικτωδώς καθ’ όλη τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί. Ε, παιδί μου είναι, εισέπραξε διά αέρος όλο αυτό το Μπιθουλέικο και του ήρθε μαρασμός. Εννοείται φύγαμε με πονοκέφαλο και μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι το μωρό έκλαιγε σε όλη τη διάρκεια της διαδρομής σαν να του έβγαζαν οι Γερμανοί τα νύχια με τανάλιες.

Μην στα πολυλογώ, χάρηκα όσο τίποτα που επιστρέψαμε στη ρουτίνα, που δεν έχω άλλες αργίες να περιμένω και που μπορώ να δηλητηριάζω εντελώς απενεχοποιημένα τον εγκέφαλό μου με Survivor και λοιπά τηλεσκουπίδια ώστε να χαντακώνομαι τα μέγιστα και να μην μελαγχολώ με την τραγικότητα της ύπαρξής μου σε αυτή την κωλοχώρα που όλο λέει να χαθεί να ησυχάσουμε, μα ούτε αυτό δεν καταφέρνει να κάνει.

Έρχεται και ο Μάης, δηλαδή η Γιουροβίζιον, προβλέπονται ναρκωτικά φουλ.